Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ρούντι Ρινάλντι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ρούντι Ρινάλντι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Νοσεί το πολιτικό σύστημα; Νοσεί βαριά!

Στην ουσία –και δεν πρέπει να το ξεχνάμε– τη χώρα τη διεύθυνε απευθείας η τρόικα. Τα τρία κόμματα (ΣΥΡΙΖΑ-Ν.Δ.-ΠΑΣΟΚ) υπερψήφισαν μαζί το 3ο μνημόνιο στη Βουλή τον Αύγουστο του 2015, και η πραγματική κυβέρνηση εγκαταστάθηκε στο Χίλτον...

Οι επόμενες εκλογές δεν θα δώσουν κυβέρνηση, και θα χρειαστεί είτε να συνεργαστούν κόμματα για να στήσουν μια κυβέρνηση συνεργασίας, είτε να πάμε σε νέες εκλογές (που είναι και το πιθανότερο). Το ίδιο πιθανό είναι να υπάρξουν ανακατατάξεις στο χώρο της Ν.Δ., ακόμα και με αλλαγή ηγεσίας, ενώ κανένα (ξανά: κανένα) κόμμα δεν έχει ρεύμα, δεν παρουσιάζει τάσεις ανόδου ή δυνατότητα να δημιουργήσει την έκπληξη.




Ρούντι Ρινάλντι*

Πρόσφατα, σε μια ανάρτησή μου στο f/b σχετικά με μια «ομολογία» του Αλέξη Τσίπρα για το πώς βλέπει την «ισορροπία του πολιτικού συστήματος» και πώς θέλει να συμβάλει θετικά σε αυτό, δέχτηκα ορισμένες κριτικές. Κατά τη γνώμη μου οι κριτικές αυτές δεν μπορούν να αντιληφθούν το πρόβλημα που έχει το πολιτικό σύστημα στο σύνολό του, και δεν βλέπουν καθαρά τις εξελίξεις που κυοφορούνται.

Ας τα βάλουμε όμως σε μία τάξη. Τι είπε ο Αλέξης Τσίπρας σε ανοικτή εκδήλωση στο Περιστέρι (9/7/2026); «Είμαστε εδώ για να δώσουμε ισορροπία στο πολιτικό σύστημα. Το πολιτικό σύστημα δεν μπορεί να λειτουργήσει χωρίς δύο πόλους. Που θα ανταγωνίζονται και, όταν ο ένας θα είναι στην διακυβέρνηση, ό άλλος θα ασκεί ισχυρή αντιπολίτευση. Σήμερα, η αλαζονεία του Μητσοτάκη οφείλεται σε αυτό το κενό». Είναι μια σχετικά σπάνια ομολογία ενός σχεδιασμού που συζητείται μέσα στους κύκλους του συστήματος. Πριμοδοτείται η δημιουργία, η ανασύνταξη ενός διπολικού-δικομματικού συστήματος ως το προσφορότερο για την εύρυθμη λειτουργία του. Πίσω από τις ρητορικές και τις σικέ αντιπαραθέσεις εντός του πλαισίου του μεταπρατικού εξαρτημένου μοντέλου, επιχειρείται μια αναμόρφωση του πολιτικού συστήματος, τέτοια που να ξεπεραστεί η σημερινή του κρίση.

Οι κριτικές που δέχτηκα (μπορείτε να ανατρέξετε στα σχόλια στην ανάρτησή μου):

Η επισήμανσή μου (για ομολογία του σχεδιασμού από τον Τσίπρα) θεωρήθηκε «πολύ ρηχή», αφού «αυτό συμβαίνει στην αστική Δημοκρατία» και «ο διπολισμός στα πολιτικά συστήματα της Δύσης είναι δεδομένος». Μάλιστα μου χρεώθηκε πως «με τόσα χρόνια θητεία στο εξωκοινοβούλιο κάνουμε πως δεν καταλαβαίνουμε τη λειτουργία του εσωκοινοβουλίου». Πιο σοβαρά λέχθηκε και ότι «το υπερεθνικό κεφάλαιο για τον πειθαναγκασμό των λαών της Ευρώπης ωθεί το υπάρχον πολιτικό σύστημα στον “διπολισμό” –πλησίον του αμερικάνικου συστήματος– δηλαδή την κυριαρχία της λεγόμενης “κεντροαριστεράς” και “κεντροδεξιάς”, που άλλωστε συγκυβερνούν σε ευρωπαϊκές πολλές χώρες, και θα συμβεί και στην Ελλάδα…».

Ο Τσίπρας και οι λοιπές συστημικές δυνάμεις πιο κοντά στην πραγματικότητα: Γνωρίζουν ότι το πολιτικό σύστημα νοσεί

Ας παραδεχτούμε πως ένα δικομματικό ή διπολικό σύστημα όπως το περιγράφει ο Τσίπρας είναι μια φυσιολογική κατάσταση εύρυθμης λειτουργίας του παρόντος συστήματος. Η ίδια η ιστορική πείρα της μεταπολίτευσης δείχνει περιόδους όπου ο δικομματισμός ήταν πανίσχυρος. Μάλιστα επί δεκαετίες τα δύο μεγάλα κόμματα, Ν.Δ. και ΠΑΣΟΚ, συγκέντρωναν ποσοστά πάνω από 80%..

Ο πίνακας Ι δείχνει πώς για 28 χρόνια –και παρά τις κρίσεις που διαπέρασαν το πολιτικό σύστημα σε ιδιαίτερες στιγμές– ο δικομματισμός λειτουργούσε σχετικά αποτελεσματικά. Ακόμα περισσότερο, η εναλλαγή επέτρεπε να προκύπτουν αυτοδύναμες κυβερνήσεις παρά τα όποια τραντάγματα (γιατί υπήρξαν και αυτά σε οξυμένες φάσεις). Πάντως ο δικομματισμός λειτουργούσε. Όποιος είναι πιο απαιτητικός, θα πρέπει να διακρίνει ότι υπήρξε και ένας άλλος πόλος, που είτε στήριξε τη μία πλευρά του διπολισμού (και εννοώ την πολιτική ουράς της επίσημης Αριστεράς κυρίως απέναντι στο ΠΑΣΟΚ), αλλά και όταν χρειάστηκε έδωσε όλη τη συνδρομή του στη αναστήλωση του διπολισμού – μη διστάζοντας να συμμαχήσει ακόμα και με τη Ν.Δ. την περίοδο 1989-90.

Από το 2009 και μετά έχουμε μια διαφορετική εικόνα. Ποιο είναι το βασικό της στοιχείο; Με τη Χρεοκοπία της χώρας και την είσοδο στο καθεστώς των μνημονίων, καταρρέει ο δικομματισμός. Καταρρέει κάτω από τη λαϊκή δυσφορία και το αντιμνημονιακό κίνημα. Τα κόμματα του πανίσχυρου δικομματισμού της προ κρίσης εποχής γνωρίζουν πολύ μεγάλους κλυδωνισμούς. Η Ν.Δ. θα δει τα ποσοστά της να πέφτουν στο 28%, και βεβαίως το ΠΑΣΟΚ θα γκρεμιστεί μέσα σε λίγα χρόνια από 44% σε 4.5%, για να φθάσει έπειτα σε ένα «ταβάνι» του 11%. Το χαμηλότερο σύνολο Ν.Δ.+ΠΑΣΟΚ υπήρξε τον Μάϊο του 2012 (32.03%).

Σε όλη την περίοδο μετά την κρίση τα ποσοστά των κομμάτων δεν έχουν πιάσει πάνω από 40%, σε αντίθεση με ό,τι γίνονταν μέχρι το 2009. Τα παιχνίδια με τον εκλογικό νόμο δείχνουν τι ρόλο έπαιζε και παίζει το μπόνους για το πρώτο κόμμα. Ενώ τα ποσοστά μεταξύ πρώτου και δεύτερου κόμματος μπορεί να μην απέχουν πολύ, η διαφορά σε επίπεδο εδρών είναι πολύ μεγάλη.

Ο ασταθής δικομματισμός και η «δύναμη» του συστημικού «τρικομματισμού»

Η πορεία του πολιτικού συστήματος μέσα στα μνημόνια και την εκτίναξη του ΣΥΡΙΖΑ είχε ορισμένα αποτελέσματα, αλλά από τη φύση του ήταν ένας ιδιαίτερα ασταθής δικομματισμός. Από τον πίνακα ΙΙ, που ακολουθεί, μπορούν να συναχθούν ορισμένα συμπεράσματα: Ο ΣΥΡΙΖΑ κερδίζει τις εκλογές τον Ιανουάριο του 2015 και μαζί με τους ΑΝΕΛ σχηματίζει κυβέρνηση. Ν.Δ.+ΠΑΣΟΚ συγκεντρώνουν μαζί μόνο 32%! Τον Σεπτέμβριο του 2015 ο ΣΥΡΙΖΑ ξανακερδίζει τις εκλογές. Ν.Δ.+ΠΑΣΟΚ συγκεντρώνουν πάλι 32%. Στην πραγματικότητα δεν λειτουργεί ένα δικομματικό σύστημα με μικρότερη επιρροή (αν προσθέσουμε το άθροισμα των δύο πρώτων ή και των 3 συστημικών κομμάτων, πάλι βρισκόμαστε σε πολύ χαμηλά επίπεδα από αυτά που καταγράφονταν στις καλές εποχές του «καλού δικομματισμού» Ν.Δ.-ΠΑΣΟΚ).

Στην ουσία –και δεν πρέπει να το ξεχνάμε– τη χώρα τη διεύθυνε απευθείας η τρόικα. Τα τρία κόμματα (ΣΥΡΙΖΑ-Ν.Δ.-ΠΑΣΟΚ) υπερψήφισαν μαζί το 3ο μνημόνιο στη Βουλή τον Αύγουστο του 2015, και η πραγματική κυβέρνηση εγκαταστάθηκε στο Χίλτον. Το πολιτικό σύστημα είχε «ανατιναχθεί». Μόνο που η διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και το σοκ της ήττας του αντιμνημονιακού κινήματος πρόσφεραν μια περίοδο χωρίς κινητοποιήσεις και ένταση, με αποτέλεσμα να ανοίξει ο δρόμος στην άνοδο της Ν.Δ. και τον ερχομό της με αυτοδυναμία στη διακυβέρνηση. Ο πόλος του ΣΥΡΙΖΑ δεν μπόρεσε να αντέξει είτε τη μνημονιακή διαχείριση είτε την απουσία κάθε αντιπολίτευσης την περίοδο 2019-2023. Έτσι μπήκε σε κρίση και πορεία διάλυσης (που τη ζούμε σήμερα). Ασταθής «δικομματισμός» ΣΥΡΙΖΑ-Ν.Δ. που εφαρμόζει μνημόνια και ανοίγει τον δρόμο για την «Ελλάδα-Κόμβος».

Τα στοιχεία δείχνουν τον Ιανουάριο 2015: ΣΥΡΙΖΑ+Ν.Δ. 64.24%, και ΣΥΡΙΖΑ+Ν.Δ.+ΠΑΣΟΚ 68.92%. Τον Σεπτέμβριο 2015: ΣΥΡΙΖΑ+Ν.Δ. 63.55%, και ΣΥΡΙΖΑ+Ν.Δ.+ΠΑΣΟΚ 69.84%. Τον Ιούλιο 2019: Ν.Δ.+ΣΥΡΙΖΑ 71.38%, και Ν.Δ.+ΣΥΡΙΖΑ+ΠΑΣΟΚ 79.48%. Και τον Ιούνιο 2023: Ν.Δ.+ΣΥΡΙΖΑ 58.3%, λόγω του καταποντισμού του ΣΥΡΙΖΑ, και Ν.Δ.+ΣΥΡΙΖΑ+ΠΑΣΟΚ 70.23%.

Από το 2023 μέχρι σήμερα έχουμε μια ιδιόμορφη κατάσταση

Παρά το σοκ του 41% της Ν.Δ., η φθορά του πολιτικού συστήματος συνεχίστηκε ραγδαία. Στις ευρωεκλογές του 2024 καταγράφηκε η μεγαλύτερη αποχή ολόκληρης της μεταπολιτευτικής περιόδου.

Τα τελευταία χρόνια η αποχή αυξήθηκε με σοβαρούς ρυθμούς, για να φθάσουμε σε ένα ρεκόρ αποχής στις ευρωεκλογές του 2024, όπου «σχεδόν 7 στους 10 ψηφοφόρους της νέας αποχής είχαν υποστηρίξει στις βουλευτικές του Μαΐου 2023 τη Ν.Δ., τον ΣΥΡΙΖΑ ή το ΠΑΣΟΚ», αποκαλύπτοντας έτσι «με βίαιο τρόπο την ανοικτή κρίση που διέρχεται το ελληνικό κομματικό σύστημα της μεταμνημονιακής εποχής», με αποτέλεσμα «ο μετασχηματισμός του κομματικού συστήματος [να] εισέρχεται σε μια νέα φάση, άγνωστης κατάληξης και διάρκειας» [1].

Μέχρι το 2009 το ποσοστό της αποχής κυμαινόταν στο 20% με 25%. Από τη χρονιά αυτή έχουμε τη διόγκωση της αποχής, όπως δείχνει και ο πίνακας ΙΙΙ:

Ο Γιάννης Μαυρής, με μεγάλη πείρα στα ζητήματα αυτά, θα σημειώσει:

«Τα αίτια της κρίσης είναι βαθύτερα και σχετίζονται άμεσα με σύγκλιση των κομμάτων εξουσίας, την ολοένα και μεγαλύτερη απομάκρυνσή τους από την εκπροσώπηση της κοινωνίας. Η εσωτερίκευση της κρίσης στους κομματικούς μηχανισμούς θα εντείνει –αναπόφευκτα– την φατριοποίησή τους… Είναι η χαμηλότερη συμμετοχή, με μεγάλη διαφορά, ανάμεσα σε 40 εκλογικές αναμετρήσεις της μεταπολίτευσης: 20 βουλευτικές, 10 ευρωεκλογικές, 4 Νομαρχιακές, 4 Περιφερειακές και 2 δημοψηφίσματα. Και όχι μόνον αυτό. Η σημερινή συμμετοχή υστερεί ακόμη και σε σύγκριση με την προδικτατορική περίοδο. Συγκεκριμένα, είναι χαμηλότερη ακόμη και από τις τρεις εκλογές της δεκαετίας του 1960 (1961, 1963, 1964), όπου είχαν ψηφίσει περισσότεροι από 4,6 εκατ. ψηφοφόροι. Και φυσικά, ο τότε νόμιμος πληθυσμός της χώρας, βάσει της απογραφής του 1961, ανερχόταν σε 8.409.603 άτομα ενώ σήμερα, βάσει της απογραφής του 2021, ανέρχεται σε 9.716.889» [2].

Στην πράξη όμως έχουμε μια ανισομετρία στο πολιτικό σύστημα, με ένα πρώτο κόμμα (Ν.Δ.) να απέχει πολλές μονάδες από το δεύτερο κόμμα, να μονοπωλεί ολόκληρο το πολιτικό σύστημα, να σπαράσσεται από σκάνδαλα και βόλεμα ημετέρων, να φέρει την ευθύνη για μεγάλα συστημικά εγκλήματα (Τέμπη), να γίνεται συνώνυμο της διαπλοκής και της διαφθοράς. Η φθορά της είναι δεδομένη, οι δημοσκόποι με ιδρώτα (είναι αλήθεια) της χαρίζουν ένα 30%, ενώ είναι αναγκασμένοι να δηλώνουν πως η Ν.Δ. σχεδόν αποκλείεται να έχει την αυτοδυναμία στις επόμενες εκλογές. Παράλληλα το όλον πολιτικό-κομματικό σύστημα είναι πολυδιασπασμένο και κατακερματισμένο, ενώ έχουν παρουσιαστεί δύο νέα κόμματα (Τσίπρας, Καρυστιανού) και αναμένεται να εμφανιστεί και το κόμμα Σαμαρά.

Οι επόμενες εκλογές δεν θα δώσουν κυβέρνηση, και θα χρειαστεί είτε να συνεργαστούν κόμματα για να στήσουν μια κυβέρνηση συνεργασίας, είτε να πάμε σε νέες εκλογές (που είναι και το πιθανότερο). Το ίδιο πιθανό είναι να υπάρξουν ανακατατάξεις στο χώρο της Ν.Δ., ακόμα και με αλλαγή ηγεσίας, ενώ κανένα (ξανά: κανένα) κόμμα δεν έχει ρεύμα, δεν παρουσιάζει τάσεις ανόδου ή δυνατότητα να δημιουργήσει την έκπληξη. Μετρήστε τη δύναμη που δίνουν στα τρία συστημικά κόμματα όλες οι σφυγμομετρήσεις: θα δείτε ότι δεν ανατέλλει ένας δικομματισμός όπως τον περιγράφει ο Τσίπρας (ομολογώντας τον σχεδιασμό που έχουν συστημικοί κύκλοι –ολιγάρχες και πρεσβείες– στη χώρα μας). Τα δύο πρώτα κόμματα (Ν.Δ.+ΤσιπροΕΛΑΣ) ζήτημα είναι αν θα συγκεντρώσουν 50% αθροιζόμενα. Τη λύση δεν θα τη δώσουν (για το σύστημα) οι επόμενες εκλογές. Οι συγκυβερνήσεις χρειάζονται προετοιμασία. και ήδη τα κόμματα, τα ΜΜΕ και «συμβουλευτικές» εταιρείες κάνουν το απαραίτητο «μασάζ» στην κοινωνία.

Τα βασικά συμπτώματα της «νόσου»

  • Κλονισμός Εμπιστοσύνης: Οι μετρήσεις της κοινής γνώμης για την εμπιστοσύνη προς την κυβέρνηση, το κοινοβούλιο, τα πολιτικά κόμματα και τους θεσμούς δείχνουν μια διαχρονική πτωτική τάση σε αυτούς τους δείκτες, και είναι ένα από τα πιο χαρακτηριστικά «συμπτώματα». Ορισμένοι πρόσφατοι αριθμοί: Εμπιστοσύνη στους θεσμούς – Κόμματα 15%, ΜΜΕ 17%, Δημόσια διοίκηση 24%, Κοινοβούλιο 25%, Αυτοδιοίκηση 29%, Δικαιοσύνη 39%.
  • Εκλογική Συμπεριφορά: Η συνεχής αύξηση της αποχής από τις εκλογές, η ενίσχυση «αντισυστημικών» κομμάτων και εντεινόμενη ρευστότητα του εκλογικού σώματος (μεγάλα ποσοστά αναποφάσιστων ή απότομες μετακινήσεις ψήφων) υποδηλώνουν τη ρήξη μεταξύ πολιτών και πολιτικού συστήματος.
  • Κοινωνική Δυσφορία: Η διάχυτη απαισιοδοξία για το μέλλον της χώρας, η αίσθηση ότι το σύστημα εξυπηρετεί συμφέροντα ολιγαρχών (οικονομικά ή κομματικά), και η εδραιωμένη αίσθηση ότι η διαφθορά είναι ανεξέλεγκτη, τεκμηριώνουν ακόμα περισσότερο την απονομιμοποίηση.

Μια ακόμα παρατήρηση

Το πολιτικό σύστημα νοσεί σε ολόκληρη την Ευρώπη, ακόμα και στις ΗΠΑ. Δεν λειτουργεί ο δικομματισμός όπως κάποτε. Αλλά και οι κυβερνήσεις συνεργασίας δεν είναι τόσο αποτελεσματικές, και υπάρχουν μεγάλες πολιτικές κρίσεις σε πολλές και σημαίνουσες χώρες. Άρα οι κριτικές που ανέφερα δεν έχουν κατανοήσει καθόλου το τι συμβαίνει πραγματικά.

Υπάρχουν δύο μεγάλα κενά. Πρώτο, το κενό αντιπολίτευσης, αφού τα συστημικά κόμματα συγκλίνουν στα βασικά ζητήματα. Αυτό το κενό σε πολλές περιπτώσεις το καλύπτουν και εκλογικά διάφοροι ακροδεξιοί σχηματισμοί. Το παράδειγμα του Τραμπ δείχνει κι άλλα πράγματα: πώς μια ομάδα δημιουργεί ένα κίνημα (στηριγμένη στην υπαρκτή δυσαρέσκεια), ανατρέπει κομματικές επετηρίδες (στον χώρο των Ρεπουμπλικάνων), νικά κατά κράτος το Δημοκρατικό Κόμμα, ενώ τώρα ο Τραμπ περιδινίζεται στην κρίση μιας ήττας σε έναν πόλεμο που πιθανά να του κοστίσει πολύ εσωτερικά.

Το δεύτερο κενό, πραγματικό κενό, που οδηγεί σε μεγαλύτερη κρίση το πολιτικό σύστημα, έγκειται στο ότι μέσα σε 16 χρόνια, από τη Χρεοκοπία έως σήμερα, δεν γεννήθηκε ένα μεγάλο εγχείρημα το οποίο να είναι σε θέση να εκφράσει πολιτικά και κοινωνικά την τεράστια λαϊκή δυσαρέσκεια και κινητικότητα που έδειξε ένα πολύ μεγάλο μέρος της κοινωνίας. Τόσο το αντιμνημονιακό κίνημα όσο και το κίνημα των Τεμπών δεν έδωσαν αυτά που χρειάζονταν ο Τόπος. Δεν μπόρεσαν να διεμβολίσουν την πολιτική ζωή με ένα αυθεντικό, μεγάλο και ανθεκτικό Πολιτικό Εγχείρημα που θα έδινε φωνή και υπόσταση στον λαϊκό ριζοσπαστισμό. Η διαχείριση αυτών των κινημάτων, είτε μέσω της ανάθεσης σε ένα κόμμα (περίπτωση ΣΥΡΙΖΑ-Τσίπρα), είτε μέσω ενός ακόμη προσωποπαγούς κόμματος το οποίο ξεκόπηκε από τη βάση που το γέννησε (το κίνημα των Τεμπών), αρνήθηκε να ανοίξει διαδικασίες κινήματος σε όποιο επίπεδο, και κινείται στις γνωστές ράγες των κομμάτων και των επικοινωνιακών τρικ, είναι λογικό να ξεκόβεται από ένα μεγάλο ρεύμα που συγκλόνισε τη χώρα τα τελευταία χρόνια.

Τι χρειάζεται λοιπόν;

  • Πρώτα απ’ όλα, αναγνώριση της κατάστασης. Αναγνώριση ότι το πολιτικό σύστημα νοσεί και θα καταβληθούν προσπάθειες να «επιδιορθωθεί» σε μια κατεύθυνση υπερσυντηρητική-καθεστωτική-συστημική. Η Ελλάδα-Κόμβος, η Ελλάδα Πόρτο Γκρέκο, πρέπει να κυβερνηθεί με αυτές τις προδιαγραφές, και με εκτοπισμένο τον λαϊκό παράγοντα, με διαλυμένες και χαμηλωμένες προσδοκίες, με αυταπάτες που πάλι θα διαψευστούν.
  • Δεύτερον, χρειάζεται να βγουν σωστά και σοβαρά συμπεράσματα, τόσο για την κατάσταση αλλά και για το γιατί βρεθήκαμε σε αυτό το σημείο.
  • Τρίτον, πρέπει το ταχύτερο να τεθούν οι βάσεις μιας διαφορετικής πορείας, πραγματικά σε αντίθεση συνολικά με το Μεταπρατικό Εξαρτημένο Μοντέλο, τις γεωπολιτικές πιέσεις και αναδασμούς. Και φυσικά να τεθεί ανοικτά ότι πρέπει να δημιουργηθεί μια δύναμη, ένα εγχείρημα, ένα πολιτικό-κοινωνικό-πολιτιστικό κίνημα τουλάχιστον 350.000 ενεργών πολιτών, που να θέσει στο επίκεντρο το ζήτημα του Υπαρξιακού Προβλήματος της χώρας και την απαίτηση του Εκδημοκρατισμού σε βάθος, και σε όλες τις πτυχές της κοινωνικής και οικονομικής ζωής.

[1] Γιάννης Μαυρής: «Το κομματικό σύστημα σε ανοικτή κρίση» (ΕφΣυν, 15-16/6/2024). Ολόκληρο το άρθρο, με πολλά και ενδιαφέρονται στοιχεία, εδώ: www.mavris.gr
[2] Όπ.π.

πηγή: edromos.gr
_________________________________________________

(*) Ο Ρούντι Ρινάλντι είναι εκδότης του Δρόμου της ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ, συγγραφέας, αρθρογράφος, πολιτικός αναλυτής. Υπήρξε επικεφαλής της πολιτικής ομάδας και των εκδόσεων Α/συνέχεια, στη συνέχεια της Κομμουνιστικής Οργάνωσης Ελλάδας (ΚΟE) που συμμετείχε ως τάση στον Συνασπισμό της Ριζοσπαστικής Αριστεράς - ΣΥΡΙΖΑ. Διετέλεσε μέλος της ΚΕ της ΠΓ του ΣΥΡΙΖΑ, όργανα από τα οποία παραιτήθηκε τον Ιούλιο του 2015, διαφωνώντας με τις επιλογές της τότε ηγεσίας.

επιμέλεια: Σπύρος Γκανής 

Το πολιτικό σύστημα και οι επικείμενες εκλογές

Συνολικά το πολιτικό σκηνικό εμφανίζει ανισομέρεια μέχρι τώρα ανάμεσα στο πρώτο κόμμα και όλα τα υπόλοιπα, αλλά έτσι κι αλλιώς είναι κατακερματισμένο. Αυτή η κατάσταση δυσκολεύει μια πιο εύρυθμη λειτουργία του ίδιου του συστήματος.

Εμπειρικά όμως και πολιτικά κρίνοντας, γίνονται ήδη προεργασίες για την αντιμετώπιση της κατάστασης. Εννοώ κάποιες γενικές τάσεις και σχεδιασμούς που θα τροποποιηθούν και μέσα από τις εκλογικές διαδικασίες (αλλά όχι μόνο από αυτές ή αποκλειστικά από αυτές).

από Ρούντι Ρινάλντι

Στις 22/6 πήρα μέρος σε μια πολύ ενδιαφέρουσα εκδήλωση που διοργάνωσε η αυτοδιοικητική κίνηση «Δράση στα Βριλήσσια», με θέμα «Η δύσκολη πολιτική προοπτική μέσα και μετά από τις εκλογές». Συνομιλητές ήταν οι καθηγητές Δημήτρης Καλτσώνης και Βασίλης Ασημακόπουλος (του οποίου την εισήγηση αναδημοσιεύουμε στις σελίδες 22-23 του παρόντος φύλλου). Ο Γιάννης Τσούτσιας, επικεφαλής της «Δράσης», αναφέρθηκε στην 20ετία από τη δημιουργία της κίνησης μέχρι τώρα –ήταν δηλαδή και μια επέτειος για τους παρευρισκόμενους στην εκδήλωση– αλλά και στα ποιοτικά στοιχεία που έχει δείξει στην πράξη σαν αυτοδιοικητικό ακηδεμόνευτο σχήμα.

Στην ομιλία μου χώρισα το ζήτημα σε δύο μέρη: α) τη δύσκολη πολιτική προοπτική για το σύστημα και το πολιτικό κομματικό σύστημα διακυβέρνησης, και β) τη δύσκολη πολιτική προοπτική για τον λαό, τη χώρα, το Υπαρξιακό της Πρόβλημα. Στο σημερινό σημείωμα θα αναφερθώ στα προβλήματα που έχει το ίδιο το πολιτικό σύστημα, και πώς προσπαθεί να τα αντιμετωπίσει. Ίσως σε επόμενο άρθρο να εξετάσω περισσότερο το τι σημαίνει η πολιτική προοπτική για τους «από κάτω», τους απλούς ανθρώπους.

Ένα πολιτικό σύστημα σε βαθιά κρίση

Με τον παραπάνω τίτλο δεν υπονοείται ότι το πολιτικό σύστημα στο σύνολό του νοιώθει μια απειλή για την ίδια την υπόστασή του ή την κυριαρχία του. Δεν νοιώθει να υπάρχει ένα μεγάλο λαϊκό ρεύμα αλλαγής ή αντιπαράθεσης μαζί του, τέτοιο που να θέτει σε αμφισβήτηση βασικές επιλογές και συσχετισμούς. Κι όμως, συναντά τεράστια προβλήματα που πρέπει να αντιμετωπίσει σχετικά άμεσα:

– Πρώτα απ’ όλα, τελεί υπό γενική ανυποληψία και «πλέει» μέσα σε πελάγη δυσαρέσκειας, βουβής ή ηχηρής. Είναι εκτεταμένη η κρίση εκπροσώπησης και η αποστασιοποίηση των πολιτών από την πολιτική διαδικασία, έτσι όπως αυτή συντελείται.

– Δεύτερον, υπάρχει και δεν μπορεί να κρυφθεί μια φθορά της κυβέρνησης Μητσοτάκη. Τα πεπραγμένα της, τα διαρκή σκάνδαλα, ο πολύ μεγάλος αριθμός υποδίκων μέσα στην κοινοβουλευτική ομάδα, και κυρίως η διαφθορά, έχουν πάρει διαστάσεις πρωτόγνωρες, και πιθανά μη αντιστρέψιμες.

– Τρίτον, είναι καταγεγραμμένη η δυσφορία ολιγαρχικών ομίλων στην Ελλάδα για τον τρόπο που το καθεστώς Μαξίμου υπό τον Κ. Μητσοτάκη «διαχειρίζεται» όλους τους πόρους, τις αναθέσεις, τις ροές χρήματος. Η δυσφορία έχει πάρει διαστάσεις, και βασικοί πυλώνες του συστήματος κατανοούν ότι πρέπει να γίνει άλλου τύπου διαχείριση και λειτουργία του πολιτικού σκηνικού. Αυτά όλα έχουν την αντανάκλασή τους και στο εσωτερικό της Ν.Δ. Προετοιμάζονται κινήσεις διαδοχής και πλασαρίσματα για μια μετα-Μητσοτάκη εποχή, και ψάχνονται τρόποι για «εξυγίανση» της Ν.Δ. από το «καθεστώς».

– Τέταρτον, και ίσως πιο αποφασιστικό για ενεργοποίηση σχεδίων και σεναρίων, είναι το γεγονός ότι δεν θα υπάρχει αυτοδυναμία για κανένα κόμμα στην επόμενη εκλογική αναμέτρηση. Πρόκειται για στοιχείο που αξιολογείται από όλους, και στη βάση του θα καθοριστούν πολιτικές, συνθήματα και τακτικές.

– Πέμπτον, συνολικά το πολιτικό σκηνικό εμφανίζει ανισομέρεια μέχρι τώρα ανάμεσα στο πρώτο κόμμα και όλα τα υπόλοιπα, αλλά έτσι κι αλλιώς είναι κατακερματισμένο. Αυτή η κατάσταση δυσκολεύει μια πιο εύρυθμη λειτουργία του ίδιου του συστήματος.

– Έκτον, υπάρχουν ισχυρές πιέσεις για τη μετατροπή της χώρας σε «κόμβο» (ενεργειακό, υπηρεσιών, τουριστικό, στρατιωτικό κ.λπ.), και πιθανά να πρέπει να μπουν υπογραφές σε συμφωνίες γεωπολιτικού χαρακτήρα με σημαντικές υποχωρήσεις προς την πλευρά της Τουρκίας.

Αν συνυπολογιστούν όλοι αυτοί οι όροι, εύκολα συνάγεται ότι υπάρχει πρόβλημα για τους ισχυρούς κύκλους του συστήματος – την ίδια στιγμή που η ρευστότητα και η αβεβαιότητα δημιουργούν προβλήματα, και κάνουν το τοπίο ακόμα πιο ασταθές σε σχέση με μια σχετικά ομαλή διακυβέρνηση. Το πόσο θα διαρκέσει η κατάσταση της ρευστότητας και του κατακερματισμού, το τι θα παραχθεί μέσα από κυβερνητικά σχήματα συνεργασίας και σε ποια ισορροπία ή κυριαρχία κάποιας μερίδας θα οδηγηθούμε, δεν έχει διαφανεί.

Εμπειρικά όμως και πολιτικά κρίνοντας, γίνονται ήδη προεργασίες για την αντιμετώπιση της κατάστασης. Εννοώ κάποιες γενικές τάσεις και σχεδιασμούς που θα τροποποιηθούν και μέσα από τις εκλογικές διαδικασίες (αλλά όχι μόνο από αυτές ή αποκλειστικά από αυτές).

Προσπάθεια αναστήλωσης-επανασταθεροποίησης του συστήματος

Η «ανωμαλία» που περιγράψαμε, η ρευστότητα που επιφέρει, καθώς και ο απόκρυφος ή ανοικτός ανταγωνισμός μερίδων και ομάδων των ελίτ για μια επαναδιευθέτηση, ορίζουν ένα σκηνικό με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Μια γραμμή «άμυνας» και σταθεροποίησης του πολιτικού συστήματος έτσι κι αλλιώς γέρνει προς τα «δεξιά» (εννοώ πολιτικά, κι όχι προς την κεντροδεξιά παράταξη), ενώ το γενικό κλίμα δυσαρέσκειας θα ήθελε έναν τόνο πιο «κοινωνικό», πιο φιλολαϊκό, πιο ανακουφιστικό. Από αυτή τη σκοπιά, τα προεκλογικά προγράμματα και οι υποσχέσεις όλων των κομμάτων πιθανά να δράσουν σαν μια ασφαλιστική δικλείδα εκτόνωσης της δυσαρέσκειας, όπως και μια απομάκρυνση του Μητσοτάκη μπορεί να λειτουργήσει προς τέτοια κατεύθυνση – χωρίς να αλλάξει σε τίποτα ουσιώδες το γενικό «πλαίσιο» του μεταπρατικού μοντέλου.

Η κύρια άγουσα όμως των σχεδιασμών θα ήταν να επιχειρηθεί μια αναστήλωση κάποιας μορφής δικομματισμού, που να είναι ικανός να μαντρώσει ένα σημαντικό δυναμικό μέσα στα όρια της «κανονικότητας» και των ρυθμίσεων που ήδη έχουν εγκαθιδρυθεί, χωρίς σημαντικές αλλαγές πορείας. Κανονικά, συστημικά, χωρίς «λαϊκισμούς», χωρίς «υπερβολές», να λειτουργήσει ένα πολιτικό σύστημα χωρίς την έντονη αμφισβήτηση και τις δυσλειτουργίες που υπάρχουν σήμερα. Ας πούμε δύο πόλοι, ένας κεντροδεξιός με βασική δύναμη μια Ν.Δ. απαλλαγμένη από τον Μητσοτάκη, και ένας κεντροαριστερός με βασικό εκπρόσωπο τον Τσίπρα. Ο οποίος τώρα είναι «οικείος», «ώριμος», «αλλιώτικος», χωρίς βαρίδια, και βασικά «σπρωχτός» και δεδομένος.

Επομένως ο βασικός σχεδιασμός περνά μέσα από μια αναστήλωση ενός δικομματισμού με απούσα την κοινωνία και τα προβλήματά της, και με περιθωριοποίηση κάθε κινηματικής ή διάθεσης πραγματικής αλλαγής.

Όποιος κινηθεί στο πεδίο που συνδιαμορφώνεται από τις συστημικές δυνάμεις, και συμμορφωθεί με τους «κανόνες» που αυτές θέτουν, το πιο πιθανό είναι να απορροφηθεί από τα κόλπα και τη μικροπολιτική, καθιστώντας κραυγαλέα τη μεγάλη έλλειψη Πολιτικής απέναντι στο κεντρικό ζήτημα – δηλαδή το Υπαρξιακό Πρόβλημα της χώρας

Έχει σημασία να τονίσουμε πως από το 2010 και ύστερα ο κλασικός δικομματισμός (Ν.Δ.-ΠΑΣΟΚ) γκρεμίστηκε (με το αντιμνημόνιο), οι επόμενες μορφές του (ΣΥΡΙΖΑ-Ν.Δ.) δεν είχαν σταθερότητα στον χρόνο, και ήδη είχε γίνει η μνημονιακή καθεστωτική αλλαγή που υπηρέτησαν όλοι. Στη συνέχεια η Ν.Δ. προχώρησε χωρίς αντίπαλο, δηλαδή χωρίς αντιπολίτευση. Αλλά το «μονοπώλιο» που δημιούργησε άρχισε να μπάζει νερά, και τώρα αναζητιέται μια αναστήλωση ενός τύπου δικομματισμού. Δηλαδή δύο κύριοι σχηματισμοί να έχουν την ικανότητα να συσπειρώνουν ποσοστά άνω του 50-60% των ψηφοφόρων. Η σημερινή εικόνα απέχει από κάτι τέτοιο, όμως αυτό επιδιώκεται ως «λύση».

Ποια είναι τα σημεία ή οι σκόπελοι μέσα από τους οποίους θα περάσει αναγκαστικά ένας τέτοιος σχεδιασμός; Πρώτα απ’ όλα το σκορ που θα καταγράψουν τα κόμματα στις επόμενες εκλογές. Τι θα πάρει η Ν.Δ., τι ο Τσίπρας, ποιο θα είναι το άθροισμά τους; Αυτά θα καθορίσουν και τις τακτικές που θα ακολουθήσουν. Μια μεγάλη αποτυχία του Μητσοτάκη θα σημάνει ραγδαίες εσωτερικές ανακατατάξεις μέσα στη Ν.Δ., και νέα ηγεσία. Αν η διαφορά είναι μεγάλη ανάμεσα σε Ν.Δ. και Τσίπρα, τότε ο Μητσοτάκης μπορεί να εκβιάσει εξελίξεις. Μια άλλη πηγή δυσκολιών στην πορεία αναστήλωσης ενός δικομματισμού (όπως τον περιγράψαμε) είναι η ανάγκη σχηματισμού κυβέρνησης συνεργασίας ή ειδικού σκοπού. Ποιοι θα συνεργαστούν με ποιους, τι θα γίνει αν γίνουν και δεύτερες εκλογές, τι αν χρειαστούν και τρίτες;

Μέσα σε αυτό το «μεσοβασίλειο» ρευστότητας, ανταγωνισμού, σχεδιασμών και αποπειρών θα επιδιωχθούν πρώτα η σταθεροποίηση του πολιτικού συστήματος συνολικά, και δεύτερον (και αυτό έχει σημασία) το χαμήλωμα των προσδοκιών.

Ας τα δούμε λίγο πιο συγκεκριμένα.

Σταθεροποίηση πολιτικού συστήματος – Χαμήλωμα λαϊκών προσδοκιών

Πρόκειται για διπλή επιδίωξη των βασικών συντελεστών του συστήματος. Να συμμαζευτεί η κατάσταση σε πολιτικό επίπεδο, π.χ. «ανωμαλία» Μητσοτάκη, πιο εύρυθμη λειτουργία και μοιρασιά ανάμεσα σε ομίλους ολιγαρχών, δικομματική διαχείριση της δυσαρέσκειας εντός του μεταπρατικού πλαισίου, εξοστρακισμός κάθε σημαντικής λαϊκής παρουσίας και διεκδίκησης-αμφισβήτησης. Δηλαδή Στουρνάρας στην Τράπεζα της Ελλάδος, Παναγόπουλος ισόβιος στη ΓΣΕΕ, Παπαδοπούλου μόνιμη στο Υπουργείο Εξωτερικών, καμία αναφορά σε κεντρικά ζητήματα (π.χ. ανατινάξεις λιγνιτωρυχείων, περιοδεία ουκρανικών drones στις ελληνικές ακτές, πλήρης συμμόρφωση σε όσα θέλουν ΗΠΑ-ΝΑΤΟ-Ισραήλ-Ε.Ε. κ.λπ.). Και στη βάση αυτή, αναστήλωση μιας εμπιστοσύνης προς το πολιτικό σύστημα μέσω μιας λελογισμένης εξυγίανσης.

Ο ειδικός ρόλος του κεντροαριστερού πόλου (Τσίπρας) θα είναι το σχεδιασμένο χαμήλωμα των προσδοκιών, να τεθεί δηλαδή το όριο μιας «ρεαλιστικής» εναλλακτικής κυβερνητικής (υποσχέσεις για φορολογία, ακρίβεια κ.λπ.) και τίποτα για τα κρίσιμα: Δημοκρατία, Δικαιοσύνη, καρτέλ όλων των ειδών, καταστροφή παραγωγικών δυνατοτήτων, ιδιωτικοποίηση και διάλυση οτιδήποτε δημόσιου (Παιδεία, Υγεία, ταμεία κ.λπ.). Σε όλα αυτά καμία δέσμευση. Ακόμα κι αν κινηθεί κάτι για αυτά, ξέρουμε: «ετερόκλητος όχλος», «ψεκασμένοι», «ακροδεξιοί» κ.ο.κ.

Ποιους και γιατί πιέζει αυτή η τάση;

Το ενδιαφέρον επομένως των συστημικών κύκλων στρέφεται προς δύο κόμματα κυρίως. Τις εξελίξεις και τις επιδόσεις της Ν.Δ. από τη μια πλευρά, και το να κατοχυρωθεί ο Τσίπρας ως άλλος αδιαμφισβήτητος κεντροαριστερός πόλος από την άλλη. Το σκηνικό που στήνουν οι δημοσκοπικές εταιρίες είναι εντυπωσιακό: Τα ποσοστά που δίνουν τόσο στη Ν.Δ. όσο και στον Τσίπρα είναι ιδιαίτερα φουσκωμένα. Προσπαθούν να φτιάξουν κλίμα και να πιέσουν άλλους σχηματισμούς.

Ο πρώτος «παθών» είναι το ΠΑΣΟΚ, που φαίνεται ότι δεν είναι εντελώς συμβατό με τον σχεδιασμό που επιχειρείται, και όχι εντελώς δεδομένο για Αιγαίο, εθνικά, πλήρη υποταγή σε ΗΠΑ (ισχυρότερη εξάρτηση από ευρωπαϊκούς κύκλους). Φαίνεται ότι του ασκείται μια πίεση και από τις δύο πλευρές (Ν.Δ. και Τσίπρα), η οποία έχει και εσωτερικό αντίκρισμα στα πρόσωπα των Διαμαντοπούλου και Δούκα. Η πίεση μπορεί να ενταθεί ακόμα περισσότερο, επειδή θέλουν να καταστήσουν το ΠΑΣΟΚ έναν πλήρως ελεγχόμενο οργανισμό υπό το δίπολο, ή σε πλήρη εξάρτηση από μία από τις δύο πλευρές του εκκολαπτόμενου διπολισμού. Η κρίση εντός του ΠΑΣΟΚ μπορεί να φθάσει μέχρι και σε διασπάσεις.

Όλα τα άλλα κόμματα που βρίσκονται στη Βουλή νοιώθουν μια μεγάλη πίεση και δείχνουν αμήχανα να αντιπαρατεθούν πιο ουσιαστικά ή να παίξουν κάποιο ρόλο, να εκφράσουν μια δυναμική. Η Ελληνική Λύση, η Ζωή Κωνσταντοπούλου, το ΚΚΕ κ.λπ. αρκούνται σε μια προσπάθεια να μην χάσουν ψήφους. Κυρίως, δεν μπορούν να ανατρέψουν το σκηνικό που στήνεται, και ακόμα περισσότερο να θέσουν μια σοβαρή ατζέντα με κάποια απήχηση. Αν τώρα εμφανιστεί κόμμα Σαμαρά, θα πιεστούν σχηματισμοί δεξιού προσανατολισμού, ενώ ήδη αρκετά κόμματα νοιώθουν πίεση από την εμφάνιση του κόμματος Καρυστιανού. Γιατί, παρ’ όλη την προδιάθεση που έχει ο κόσμος της δυσαρέσκειας να τιμωρήσει τις συστημικές δυνάμεις, δεν είναι δεδομένο ότι θα πειστεί να ψηφίσει και κάτι από αυτά που του προσφέρονται ως «αντιπολίτευση». Σχετικά με το κόμμα «Ελπίδα για τη Δημοκρατία», μένει να φανεί η πολιτική στάση που θα έχει κι αν θα μπορέσει να εκφράσει ή συνομιλήσει με τη δυσαρέσκεια. Διότι ήδη φαίνονται πολλές πολιτικές ανεπάρκειες και εσωτερικές τριβές («διαδρομισμός»).

Όποιος θελήσει να κινηθεί στο πεδίο που συνδιαμορφώνεται από τις συστημικές δυνάμεις ως πλαίσιο πολιτικής κονίστρας και συμπεριφοράς, όποιος συμμορφωθεί με τους «κανόνες» που θέτουν αυτές οι δυνάμεις, το πιο πιθανό είναι να απορροφηθεί από την επικοινωνία, τα κόλπα, τη μικροπολιτική. Και έτσι θα καταστεί κραυγαλέα η μεγάλη έλλειψη Πολιτικής απέναντι στο κεντρικό ζήτημα, δηλαδή το Υπαρξιακό Πρόβλημα της χώρας.

Τα ζητήματα αυτά θα παίξουν ρόλο, επειδή είναι δεδομένο πως αν πάμε για δεύτερες εκλογές, αφού στις πρώτες δεν θα σχηματίζεται κυβέρνηση, εκεί θα καταγραφεί μια διαφορετική «γεωγραφία» των κομματικών δυνάμεων. Τα μικρά ίσως να γίνουν μικρότερα. Σχηματισμοί που μόλις μπήκαν στις πρώτες εκλογές μπορεί να μην τα καταφέρουν στις δεύτερες κ.ο.κ.

***

Αν κάποιος ήθελε και προσπαθούσε να επιχειρήσει μια έξοδο από το σκηνικό και το πλαίσιο που στήνεται, θα έπρεπε να έχει την ικανότητα να βάλει δική του ατζέντα θεμάτων και να καλέσει το λαό, τον κόσμο, να αγωνιστεί για αυτά. Θα έπρεπε να έχει επιχειρήματα και να δείξει πώς ανοίγει ένας δρόμος.

Αν απλά παραμείνει κανείς στο έδαφος του «εγώ θα κυβερνήσω», «εγώ θα νικήσω», «εγώ θα βγω πρώτος», «δεν θα συνεργαστώ με κανέναν», «αφού εκλεγώ θα νομοθετήσω» και άλλα τέτοια που μας διατυμπανίζουν σχεδόν όλοι, το πιθανότερο είναι να προχωρήσει ο σχεδιασμός που επιχειρείται (επανασταθεροποίηση του πολιτικού συστήματος, κυρίως μέσω ενός διπολισμού), και κάτω από εκβιαστικά διλήμματα περί σταθερότητας και κυβερνησιμότητας (επειδή θα χρειαστεί και ο προθάλαμος των κυβερνήσεων συνεργασίας).

Βέβαια όλα αυτά με δεδομένο ότι σήμερα δεν υπάρχει μια δυναμική όπως ήταν το αντιμνημονιακό κίνημα, ενώ και η δυναμική του κινήματος των Τεμπών έμεινε μετέωρη και αρκετά εγκαταλελειμμένη λόγω της επιλογής «κόμμα» προσωποκεντρικό…

Τέλος, να μην αποκλείσουμε την επενέργεια στο όλο πολιτικό σκηνικό των γεωπολιτικών εξελίξεων, όπως ο πόλεμος στην Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή, και το τι πιθανά θα συμβεί στο Αιγαίο και τη Ν.Α. Μεσόγειο. Θα ήταν παράλογο να σχεδιάσει ή περιγράψει κανείς τις εξελίξεις κάνοντας μια αυθαίρετη αφαίρεση αυτών των κρισιμότατων παραγόντων.

(*) Ο Ρούντι Ρινάλντι είναι εκδότης-αρθρογράφος της εφημερίδας "Δρόμος της Αριστεράς", πρώην μέλος της Πολιτικής Γραμματείας του ΣΥΡΙΖΑ...

πηγή: edromos.gr

Ο Κανένας, το Χάος και η αλλαγή φρουράς

.Αυτό που χρειάζεται η χώρα είναι μια πραγματική «αλλαγή φρουράς», τέτοια που να εγγυάται την αλλαγή κατεύθυνσης υπέρ της εθνικής κυριαρχίας και μιας πραγματικής κοινωνικής αλλαγής

    ... η γενική κρίση του πολιτικού συστήματος και η απονομιμοποίησή του μέσα στον ελληνικό λαό, με ακρίβεια που καλπάζει, δικαιοσύνη που δεν υπάρχει, με προκλητικό ακαταδίωκτο στις υποθέσεις Τέμπη και ΟΠΕΚΕΠΕ, καθώς και η «πόρτα» που έχει φάει ο ίδιος ο Μητσοτάκης από την τραμπική διοίκηση, συν οι πιέσεις των Ευρωπαίων για εισδοχή της Τουρκίας στο ευρωπαϊκό «αμυντικό» πρόγραμμα, όλα αυτά μαζί καταγράφουν εντελώς δυσμενείς όρους για τον Μητσοτάκη...

από Ρούντι Ρινάλντι*

Πληθαίνουν οι ενδείξεις και τα σημάδια ότι επέρχονται πολιτικές εξελίξεις, και όλες οι διεργασίες επιταχύνονται. Δεν είναι μόνο ο ερχομός της νέας πρέσβειρας που κουβαλά και ένα μπαγκάζι το οποίο αφορά τις πολιτικές διεργασίες –κι αυτό δεν είναι διόλου λίγο– αλλά και όλες οι επιχειρηματικές ελίτ, οι ολιγάρχες, οι συσπειρώσεις και οι αντισυσπειρώσεις εντός του σε κρίση πολιτικού συστήματος (κόμματα, δημόσια διοίκηση, οργανισμοί, δικαστική εξουσία κ.λπ.) σαν να προετοιμάζονται για την επόμενη μέρα. Επειδή πλησιάζουν και μέρες Πολυτεχνείου, θυμήθηκα ένα σύνθημα που φωνάζονταν τότε για τη Χούντα: «Έξι χρόνια είν’ αρκετά, δεν θα γίνουνε εφτά». Συνειρμικά, διερχόμαστε τον 6ο χρόνο Μητσοτακικής διακυβέρνησης…

Ο Κανένας και η υλική του βάση

Μέχρι σήμερα σε όλες τις δημοσκοπήσεις, στην ερώτηση ποιος είναι καταλληλότερος για πρωθυπουργός, ο Κανένας είχε σταθερά την πρωτιά με περίπου 40%, ακολουθούμενος από τον κ. Μητσοτάκη σε απόσταση περίπου 10 μονάδων. Το γεγονός αυτό αντισταθμίζονταν από την απουσία οποιουδήποτε άλλου διεκδικητή της πρωθυπουργίας και από τη μεγάλη απόσταση που είχε το πρώτο κόμμα (Ν.Δ.) από τα υπόλοιπα. Σαν να έπαιζε μόνος του ο Μητσοτάκης, δηλαδή χωρίς κανέναν αντίπαλο. Το τελευταίο διάστημα η εικόνα άλλαξε διότι είναι ορατή η φθορά της Ν.Δ. αλλά και του ίδιου του Μητσοτάκη. Η φθορά αυτή επιτείνεται με το ότι είναι εξαιρετικά δύσκολο να αποσπάσει μια τρίτη τετραετία στις επόμενες εκλογές, όποτε αυτές γίνουν.

Ακόμα περισσότερο, η γενική κρίση του πολιτικού συστήματος και η απονομιμοποίησή του μέσα στον ελληνικό λαό, με ακρίβεια που καλπάζει, δικαιοσύνη που δεν υπάρχει, με προκλητικό ακαταδίωκτο στις υποθέσεις Τέμπη και ΟΠΕΚΕΠΕ, καθώς και η «πόρτα» που έχει φάει ο ίδιος ο Μητσοτάκης από την τραμπική διοίκηση, συν οι πιέσεις των Ευρωπαίων για εισδοχή της Τουρκίας στο ευρωπαϊκό «αμυντικό» πρόγραμμα, όλα αυτά μαζί καταγράφουν εντελώς δυσμενείς όρους για τον Μητσοτάκη. Ακόμα κι αν τρέξει μόνος του στην κούρσα ταχύτητας, δεν θα τερματίσει νικητής. Μάλλον έχει έρθει η ώρα της αντικατάστασής του. Αμύνεται μεν χρησιμοποιώντας κάθε μέσο (κάποιοι κάνουν λόγο και για μαφιόζικες πρακτικές), αλλά ο χρόνος έχει τελειώσει. Το καταγράφουν και οι δημοσκοπήσεις: Ερώτηση: Αξίζει η Ν.Δ. τρίτη κυβερνητική θητεία; Ναι 26%, Όχι 70%.

Ο Κανένας εκφράζεται και με άλλους τρόπους στις έρευνες. Στο ερώτημα «ποια τα κυρίαρχα συναισθήματα» οι απαντήσεις είναι: Ευτυχία 5%, Ικανοποίηση 11%, Δικαιοσύνη 3%, Ελπίδα-Αισιοδοξία 23%, Ανησυχία-Άγχος-Απαισιοδοξία 54%, Αδικία 37%, Απογοήτευση 54%, Θυμός 45%… Μάλιστα έρευνα με τίτλο «Πολίτες και πολιτεία: Εμπιστοσύνη, ανισότητα ευκαιριών, πολιτική συμμετοχή», της Kapa Research για λογαριασμό του Ιδρύματος Χάινριχ Μπελ, καταλήγει στα ακόλουθα συμπεράσματα:

«1. Φαίνεται να παγιώνεται η καταβαράθρωση της εμπιστοσύνης στους θεσμούς –εύρημα όλων των δημοσκοπήσεων των τελευταίων ετών– όπως και η έλλειψη συσχέτισης ανάμεσα στα πολιτικά κόμματα και τους πολίτες.

  1. Αναδύονται οικονομικές αλλά και χωρικές ανισότητες, καθώς και τα συναισθήματα της απογοήτευσης, του φόβου, του θυμού και για πρώτη ίσως φορά τόσο έντονα της αδικίας.
  2. Διάχυτη είναι η διαπίστωση πως αν κάποιος δεν διαθέτει οικονομικές δυνατότητες, αντιμετωπίζει τεράστια εμπόδια σε κάθε επίπεδο, και ότι η παροχή μιας δημοκρατικής και ισότιμης πρόσβασης σε ευκαιρίες είναι κάτι που η πολιτεία αδυνατεί ή δεν θέλει να κάνει».

Επίσης πενιχρή εμπιστοσύνη δείχνουν οι πολίτες γενικά για Βουλή, τράπεζες, κόμματα, συνδικάτα και ΜΜΕ. Ενώ καταγράφεται εντελώς αρνητική γνώμη για την πολιτική σε τομείς όπως οι υποδομές, η ενέργεια, η υγεία, η οικονομία, η παιδεία, το μεταναστευτικό, η στέγαση και το δημογραφικό.

Μητσοτάκης ή χάος; Χάος!

Σε πρόσφατη δημοσκόπηση τέθηκε η εξής ερώτηση: Μητσοτάκης, χάος ή άλλο; Η απάντηση ήταν: Χάος 42%, Μητσοτάκης 30%, Άλλο 28%. Στην κατηγορία «Άλλο» περιλαμβάνονταν καταστάσεις όπως συνασπισμός κομμάτων, οικουμενική κυβέρνηση, κυβέρνηση συνεργασίας ή αλλαγή πολιτικών αρχηγών. Έχει, νομίζω, κάποια σημασία να αποκωδικοποιήσουμε αυτήν την εικόνα. Πρώτα απ’ όλα το ίδιο το ερώτημα «Μητσοτάκης ή χάος;», που παραπέμπει στον κίνδυνο της ακυβερνησίας, της έλλειψης σταθερότητας. Μπροστά στο δίλημμα αυτό, που σε μια προηγούμενη περίοδο ίσως το αποτέλεσμα να έδινε προβάδισμα (έστω ανοχής) στον Μητσοτάκη, τώρα η επιλογή «Χάος» υποδηλώνει ότι οποιαδήποτε άλλη κατάσταση διαδεχθεί τον Μητσοτάκη μάλλον θα είναι καλύτερη από το καθεστώς που αυτός έχει επιβάλει. Πως δεν περιμένει κανείς ούτε καν τη διατήρηση της κατάστασης ως έχει. Και ότι υπάρχει η βεβαιότητα πως με καθεστώς Μαξίμου-Μητσοτάκη όλα θα χειροτερέψουν. Αν προστεθεί το «χάος» μαζί με το «άλλο» προκύπτει μια εκφρασμένη διάθεση αλλαγής, και τουλάχιστον απαλλαγής από τον Μητσοτακισμό. Απαλλαγή και αλλαγή για να μείνει ίδια η ουσία; Μάλλον όχι: για να μπει ένα φρένο, να σταματήσει μια κατηφόρα και μια υπαρξιακή κρίση της χώρας.

Είναι πολύ καθαρό ότι οδηγούμαστε σε μια μείζονα πολιτική κρίση και ότι αργά ή γρήγορα θα υπάρξει μια κοινωνική έκρηξη ή βαθιά κοινωνική κρίση στο βαθμό που δεν αλλάξουν κάποια πράγματα. Όπως είναι φανερό πως η ανισομετρία που διαπερνά το πολιτικό σκηνικό (μεγάλη φθορά της κυβέρνησης, πτώση των ποσοστών της, αλλά ταυτόχρονη καθήλωση και της αντιπολίτευσης), δημιουργείται ένα πρόβλημα ομαλής διακυβέρνησης της χώρας (εντός συστημικών ορίων και πλαισίου), και αυτό χαλάει από ένα σημείο και ύστερα ακόμα και τις «μοιρασιές» όπως πρέπει να γίνονται ανάμεσα στις εγχώριες ελίτ. Τι λοιπόν μένει στον ορίζοντα; Μια απόσυρση-απομάκρυνση του Κ. Μητσοτάκη. Μόνο αυτό; Φυσικά όχι. Το άμεσο ζητούμενο είναι, πόσο έτοιμη είναι μια διάδοχη κατάσταση, και ποιας «χημείας». Πότε θα συμβούν αυτά; Σχετικά γρήγορα: όλα δείχνουν ότι οι μηχανισμοί έχουν ενεργοποιηθεί, και μάλιστα πολλαπλά.

Αυτό που χρειάζεται η χώρα είναι μια πραγματική «αλλαγή φρουράς», τέτοια που να εγγυάται την αλλαγή κατεύθυνσης υπέρ της εθνικής κυριαρχίας και μιας πραγματικής κοινωνικής αλλαγής

Κεντροδεξιές και κεντροαριστερές διεργασίες

Το πολιτικό ζήτημα στις σημερινές συνθήκες παρουσιάζει παράδοξα. Το κυριότερο από αυτά είναι ότι δεν υπάρχει εμφανής διάδοχη κατάσταση. Π.χ. δεν φτάνει μια αλλαγή ηγεσίας στη Ν.Δ., ούτε η προσφυγή σε εκλογές δημιουργεί όρους επίλυσής του. Το κεντρικό ζήτημα μάλλον είναι ότι πρέπει να συγκροτηθούν δύο πόλοι, που δεν θα είναι ανταγωνιστικοί, αλλά θα έχουν την ικανότητα από κοινού να εγκλωβίζουν ένα εκλογικό ποσοστό 50-60%. Ακόμα κι αν δεν συγκυβερνήσουν, θα μπορούν να εναλλάσσονται και να λειτουργεί ένα διπολικό σύστημα με σχετική άνεση και με πρόθυμους συμμάχους. Σε συνθήκες πολιτικής κρίσης και κατακερματισμού όπως είναι αυτή που ζούμε σήμερα, κάτι τέτοιο δεν είναι εύκολο. Αλλά, όπως λένε, ακόμα και στη… δημοκρατορία δεν υπάρχουν αδιέξοδα – φτάνει ο λαϊκός παράγοντας να είναι ανενεργός και στο περιθώριο.

Γι’ αυτό και έχει τεθεί σε κίνηση μια διπλή διεργασία: σημαντικές κινήσεις για παραμερισμό του Μητσοτάκη εντός του δεξιού στρατοπέδου, και από την άλλη «σπρώξιμο» του Τσίπρα να συμμαζέψει κομμάτια και θρύψαλα, μήπως και εκφράσει έναν άλλο πόλο. Αυτή η διπλή διεργασία προωθείται και στηρίζεται και στα δύο στρατόπεδα από τους ίδιους ολιγάρχες και από τις Πρεσβείες. Δηλαδή εξαρχής είναι συμπληρωματικού χαρακτήρα. Μια αλλαγή ηγεσίας στη Ν.Δ. μετά από εκλογές ή μέσα από τα σκάνδαλα που θα ενταθούν, μπορεί κάλλιστα να συμβαδίζει με μια υποστήριξη των κινήσεων Τσίπρα να συγκεντρώσει ό,τι περισσότερο μπορεί. Πίσω από αυτό, από αμερικάνικη πλευρά, υπάρχει η διάθεση να απομονωθούν ή και να αδυνατίσουν φορείς των ευρωπαϊκών συμφερόντων μέσα στη χώρα. Υπάρχει και αυτή η μεταβλητή. Από εδώ ξεκινά η μεγάλη πίεση που δέχεται το ΠΑΣΟΚ και προσωπικά ο Ανδρουλάκης. Το ΠΑΣΟΚ θα περάσει άλλη μια κρίση επειδή δεν είναι εντελώς ευθυγραμμισμένο με την πολιτική των ΗΠΑ (σε αντίθεση με παράγοντες της Ν.Δ. και του Τσίπρα), οπότε θα συμπιεστεί πάρα πολύ.

Στον χώρο της Ν.Δ. ξεπροβάλλει ως ισχυρός δελφίνος ο Δένδιας, που το τελευταίο διάστημα έκανε βήματα για να ξεχωρίσει και να στείλει μηνύματα. Παράλληλα στη «μάχη» απαλλαγής από τον Μητσοτάκη έχουν μπει ο Α. Σαμαράς, ο Κ. Καραμανλής και από ό,τι φαίνεται και ο Π. Παυλόπουλος, ο οποίος δέχθηκε ισχυρότατα πυρά από την εφημερίδα «Μανιφέστο» που χρεώνεται στην επιρροή του Μητσοτάκη.

To know–how και οι δυσκολίες

Ο Α. Τσίπρας επιταχύνει με την ίδρυση του Ινστιτούτου, την παραίτησή του από βουλευτής, το βιβλίο που θα κυκλοφορήσει, το «επιστημονικό συμβούλιο» που ανακοίνωσε πρόσφατα. Παράλληλα η απόφαση του ΣΥΡΙΖΑ να συμπορευτεί με ό,τι κάνει ο Τσίπρας είναι πρωτοφανής για πολιτικό κόμμα απέναντι σε έναν μέχρι χθες βουλευτή του που αποχώρησε με σκοπό να ιδρύσει κάτι άλλο, διαφορετικό από τον ΣΥΡΙΖΑ (αφού τον διέλυσε στην ουσία). Γενικά, μέσα σε ένα κλίμα αμοραλισμού, φαίνεται ότι η διάλυση και η αποτυχία ενός χώρου ψάχνει εναγωνίως ένα σωσίβιο. Το πιο κραυγαλέο είναι η στήριξη και προβολή του Τσίπρα από κύκλους ολιγαρχών και ΜΜΕ. Ήδη τόσο ο κ. Μαρινάκης όσο και ο κ. Μελισσανίδης, ως ένα βαθμό και ο κ. Αλαφούζος, σπρώχνουν τη φόρμουλα Τσίπρα, ενώ δεν έχουν φανεί αντιδράσεις από τον όμιλο Βαρδινογιάννη.

Ο «δημοκρατικός καπιταλισμός» που προπαγανδίζει ο Τσίπρας μπορεί να κολλήσει μια χαρά στην αλλαγή φρουράς που ετοιμάζεται για το επόμενο διάστημα. Ο Τσίπρας άλλωστε έχει δώσει εξετάσεις για λύσεις και φόρμουλες «Πρεσπών» παντός καιρού και χώρου, άρα είναι χρήσιμο εργαλείο στις διευθετήσεις που μπορεί να προωθήσει και μια κυβέρνηση «ειδικού σκοπού». Αν έγιναν το 1989-90 συγκυβερνήσεις Δεξιάς και Αριστεράς στην Ελλάδα (τότε πειραματόζωο), αν όλοι στήριξαν μαζί το 3ο Μνημόνιο και θεωρούν «σωτηρία» τη μετατροπή του «Όχι» σε «Ναι» το 2015, γιατί όχι και τώρα, αφού πιθανόν θα κληθούν να πουν και άλλα «Ναι» (και μάλιστα υπό τραμπική μπακέτα) σε Αιγαίο, θαλάσσια οικόπεδα και Κύπρο; Έχουν άλλωστε το know-how…

Αυτές οι διεργασίες αφορούν έναν οιονεί συστημικό διπολικό χώρο που από κοινού θα σηκώσει το βάρος μετά την «αλλαγή φρουράς». Πρόκειται για ένα αρκετά πιθανό σενάριο και εξέλιξη. Δεν είναι όμως όλη η εικόνα του πολιτικού σκηνικού. Αυτή μπορεί να διαταραχθεί και από άλλες κινήσεις, ή να χρειαστεί χρόνος για να καταλήξουν σε κάποια φόρμουλα που να μπορεί να προχωρήσει. Γι’ αυτό γίνεται πολύς λόγος για διπλές εκλογές, αλλά ακόμα και για ένα δίχρονο ρευστότητας στη χώρα μας, μέχρι να βρεθούν φόρμουλες που να περπατούν καλύτερα.

Σκιώδη ή πιθανολογούμενα κόμματα

Τα όσα περιγράφονται παραπάνω υπονοούν ότι ο Τσίπρας θα δημιουργήσει ένα νέο κόμμα: αυτό θεωρείται δεδομένο με τα μέχρι στιγμής στοιχεία και τη συμπεριφορά του. Δεν συμβαίνει το ίδιο και με δύο άλλες περιπτώσεις που συζητούνται, εκτιμιούνται, μέχρι και υπολογίζονται από τις δημοσκοπήσεις. Πρόκειται για το αν θα προχωρήσουν σε δημιουργία κόμματος ή θα εμφανιστούν στις εκλογές ο κ. Σαμαράς και η κα Καρυστιανού. Κανείς δεν ξέρει με σιγουριά ποια θα είναι η επιρροή τους έτσι και εμφανιστούν. Κατ’ αρχάς ο Α. Σαμαράς θα εστιάσει σε θέματα κυρίως εξωτερικής πολιτικής, αλλά και εκεί υπάρχει ένα όριο που λέγεται Τραμπ και τι στάση θα κρατήσει αυτός απέναντι στον φίλο του Ερντογάν. Δεύτερον, δεν είναι φανερό ως ποιο βαθμό θα έχει δίπλα του τον Κ. Καραμανλή κι αν ο τελευταίος θελήσει να παίξει ενεργό ρόλο. Λέγεται ότι αν ο κ. Σαμαράς εμφανιστεί στις εκλογές, η Ν.Δ. σίγουρα δεν θα έχει αυτοδυναμία, άρα θα πάμε σε δεύτερες εκλογές. Στις οποίες ο Σαμαράς, έχοντας μια έστω μικρή κοινοβουλευτική δύναμη, θα θέσει την πρόταση να ενισχυθεί αποφασιστικά στις νέες εκλογές για να σχηματισθεί κυβέρνηση ειδικού σκοπού με πρωθυπουργό τον Κ. Καραμανλή. Εκτιμάται έτσι, από κύκλους που θέλουν μια τέτοια εξέλιξη, ότι ο σχηματισμός του κ. Σαμαρά θα εκτιναχθεί εκλογικά. Αυτά μέλλει να επαληθευτούν, διότι το «κόμμα Σαμαρά» αναμένονταν τον Σεπτέμβριο και έχουμε ήδη φθάσει Νοέμβριο.

Η παρουσία της κας Καρυστιανού, εφόσον αυτή υπάρξει, θα τροποποιήσει σε έναν βαθμό (που κανείς δεν μπορεί να υπολογίσει επακριβώς) την πολιτική γεωγραφία πρόσκαιρα, ενώ θα πυροδοτήσει, αμέσως μόλις αναγγελθεί κάτι τέτοιο, μια δριμύτατη επίθεσή εναντίον της – και από τα μικρά κόμματα και από τα συστημικά. Εδώ το πιο σημαντικό ζήτημα είναι πως το ρήγμα των Τεμπών –ό,τι και να γίνει– θα συνεχίσει να επηρεάζει την πολιτική ζωή και τις εξελίξεις στον τόπο, και πιθανά να παράγει και πολιτικά αποτελέσματα.

Η κονιορτοποίηση, ο κατακερματισμός του πολιτικού σκηνικού, η γενική δυσπιστία, η δύναμη και ανάγκη αλλαγής, η ρευστότητα, οι συνεχόμενες διεργασίες και παρεμβάσεις, τα γεωπολιτικά θέματα και διλήμματα που θα θέσουν, και η παρουσία πολλών ψηφοδελτίων, μπορεί να μειώσουν κατά τι την αποχή που είχε εκφραστεί στις ευρωεκλογές – αλλά η πολιτική κρίση αντιπροσώπευσης δεν θα επιλυθεί εύκολα.

Σύνοψη

Υπάρχουν πολλά σημάδια και διεργασίες που οδηγούν λογικά σε μια «αλλαγή φρουράς» και σε προσπάθειες να συμμαζευτεί η βαθύτατη κρίση εμπιστοσύνης σε θεσμούς, όπως και η κρίση εκπροσώπησης. Να μπει ένα τέλος στην ανισομετρία έως και ανωμαλία του πολιτικού σκηνικού. Κι όλα αυτά σε συνθήκες γεωπολιτικού αναδασμού και εξελίξεων. Η «αλλαγή φρουράς» που ετοιμάζεται δεν θα είναι σε προοδευτική κατεύθυνση, αλλά σε κατεύθυνση περαιτέρω εμπέδωσης μιας νεοαποικιακής κατάστασης όσον αφορά την υπόσταση της χώρας, και μιας πιο προωθημένης κατάστασης ανισότητας στο εσωτερικό μέσα από την εκποίηση-ιδιωτικοποίηση και πλήρη αφελληνισμό οικονομίας, θεσμών, δημόσιας διοίκησης, κράτους και υποδομών.

Μόλις χθες ανακοινώθηκε ότι κλείνουν 200 καταστήματα των ΕΛΤΑ σε όλη τη χώρα, και 4 εταιρείες (ιδιωτικές) εκδήλωσαν ενδιαφέρον να καθαρίσουν στη Φιλιππιάδα τα σάπια ψάρια και κρέατα που αντί να καούν θάφτηκαν και μόλυναν τον υδάτινο ορίζοντα. Συνεχίζεται η υπονόμευση του πρωτογενούς τομέα, και ήδη κτηνοτρόφοι και αγρότες είναι σε αναβρασμό, ενώ οι υπεύθυνοι για την κλοπή του ΟΠΕΚΕΠΕ τελούν υπό προστασία… Διάλυση υποδομών, ιδιωτικό ενδιαφέρον μετά από κάθε «καταστροφή», γενική ατιμωρησία, γενικό πάρτι συμφερόντων γύρω από ενέργεια και εξοπλιστικά (εφοπλιστές, όμιλοι, ΜΜΕ κ.λπ. – βλέπε και Μυτιληναίος για… στόλισμα Υπουργείου Αμύνης με μεγάλο αντίδωρο παραγγελίες εξοπλιστικών προγραμμάτων). Και φυσικά πάρτι, γκαλά, τουαλέτες πολυτελείας, σμόκιν και βαθύτατες υποκλίσεις στην κυρία Κίμπερλυ.

Αυτό που χρειάζεται η χώρα είναι μια πραγματική «αλλαγή φρουράς». Τέτοια που να εγγυάται την αλλαγή κατεύθυνσης υπέρ της εθνικής κυριαρχίας και μιας πραγματικής κοινωνικής αλλαγής – πραγματικής ανακούφισης της κοινωνίας και ανασυγκρότησης της οικονομίας σε ενδογενή ανάπτυξη. Ένα ισοδύναμο μιας μεταπολίτευσης του λαού. Γύρω από αυτή τη μεγάλη ανάγκη θα έπρεπε να στραφεί το ενδιαφέρον, να ανοίξει μια τίμια και τολμηρή συζήτηση, να ενωθούν και να συσπειρωθούν δυνάμεις, να δημιουργηθούν προϋποθέσεις και δυνατότητες μιας εναλλακτικής, συνεκτικής και 
ρεαλιστικής πρότασης που να απαντά στο Υπαρξιακό Πρόβλημα της Ελλάδας.

πηγή: edromos.gr

________________________________________________


^/Ο Ρούντι Ρινάλντι γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, με ιταλική καταγωγή και ζει στην Ελλάδα από τα οκτώ του χρόνια. Σπούδασε στη Φαρμακευτική Σχολή Αθηνών. Υπήρξε επικεφαλής της πολιτικής ομάδας και των εκδόσεων Α/συνέχεια, τη δεκαετία του '80, και στη συνέχεια της Κομμουνιστικής Οργάνωσης Ελλάδας (ΚΟE) που συμμετείχε ως τάση στον Συνασπισμό της Ριζοσπαστικής Αριστεράς (ΣΥΡΙΖΑ). Διετέλεσε μέλος της Κεντρικής Επιτροπής και της Πολιτικής Γραμματείας του ΣΥΡΙΖΑ, όργανα από τα οποία παραιτήθηκε τον Ιούλιο του 2015, διαφωνώντας με τις επιλογές της ηγεσίας του κόμματος και καταγγέλοντας, ταυτόχρονα, τη "μνημονιακή μετάλλαξη" του ΣΥΡΙΖΑ. Είναι εκδότης της εφημερίδας "Δρόμος της Αριστεράς"

Υπάρχει δυνατότητα άλλου δρόμου; - Πολλά εξαρτώνται από το πώς θα απαντήσουμε στο κρίσιμο ερώτημα

    Είναι αναγκαία μια ενεργητική πολιτική εθνικής κυριαρχίας και Ουδετερότητας της χώρας, μια προάσπιση της κυριαρχίας, άρα και άσκηση κυριαρχίας από την Πολιτεία, και μια ενεργητική πολιτική Ειρήνης για την περιοχή, την Ευρώπη, τη Ν.Α. Μεσόγειο...




Ρούντι Ρινάλντι*

Από το ξεκίνημα του ρωσοΝΑΤΟϊκού πολέμου στην Ουκρανία η στήλη αυτή έχει αναφερθεί τρεις φορές στο ζήτημα της Ουδετερότητας της χώρας, και πολλές φορές στους βαθμούς κυριαρχίας. Αυτά είναι σημαντικά θέματα στόχων και βηματισμών που αποκτούν ιδιαίτερο νόημα για μικρές και μεσαίες χώρες (σαν τη δική μας) σε μια θυελλώδη εποχή αναδασμών, ανακατατάξεων και αλλαγών συσχετισμών. Για παράδειγμα, σχετικά με το ζήτημα της Ουδετερότητας έχουμε αναφερθεί:

  • Τον Σεπτέμβριο του 2022, όταν η ελληνική Βουλή επικύρωσε τα πρωτόκολλα ένταξης στο ΝΑΤΟ της Σουηδίας και Φινλανδίας, με το άρθρο «Η ακραία ΝΑΤΟφροσύνη και ο στόχος της Ουδετερότητας» (φύλλο 604).
  • Τον Νοέμβριο του 2022 με αφορμή ένα πορτοκαλί πανό στην πορεία του Πολυτεχνείου, στο οποίο αναγράφονταν τα συνθήματα «Όχι στον πόλεμο και τη ΝΑΤΟφροσύνη – Ελευθερία, Ουδετερότητα, Δημοκρατία», με το άρθρο «Μπορεί να είναι στόχος η Ουδετερότητα της Ελλάδας;» (φύλλο 614).
  • Τον Μάρτιο του 2024, όταν στη Βουλή κυρώθηκαν –με ψήφους της Ν.Δ. και του ΠΑΣΟΚ– δύο μνημόνια ανάμεσα σε Ελλάδα και ΗΠΑ, με τα οποία στρατιωτικό προσωπικό των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων μπορεί να διατίθεται και να λειτουργεί υπό αμερικάνικη στρατιωτική διοίκηση όπου κρίνουν αναγκαίο οι ΗΠΑ στην Ευρώπη, με το άρθρο «ΝΑΤΟφροσύνη ή Ουδετερότητα;» (φύλλο 676).

Ορισμένες βασικές (προκαταρκτικές) επισημάνσεις

Πρώτη επισήμανση: Ο όρος «ουδετερότητα» έχει χρησιμοποιηθεί με πολλές σημασίες και σε διαφορετικές εποχές. Τα εξηγήσαμε όλα αυτά εκτενώς στο δεύτερο άρθρο που αναφέραμε πιο πάνω. Η θέση που υποστηρίζουμε είναι σαφής, δίνοντας έμφαση στον ενεργητικό χαρακτήρα που πρέπει να έχει το σύνθημα-στόχος της Ουδετερότητας:

«Πρώτον να απεμπλακούμε με όλους τους τρόπους από τον σε εξέλιξη πόλεμο. Να μην λειτουργήσει η χώρα μας σαν μεγάλη στρατιωτική βάση των ΗΠΑ. Να μην αποστρατιωτικοποιηθούν τα νησιά και να μην σταλεί ο οπλισμός τους στις ουκρανικές δυνάμεις. Πέρα από αυτά: η Ελλάδα να μετατραπεί σε χώρα και παράγοντα ειρήνης, και να αποσυρθούν όλα τα τμήματα των ένοπλων δυνάμεών της που δρουν στο εξωτερικό. Τέλος, η θέση για Ουδετερότητα συνδυάζεται με τον στόχο του τερματισμού του πολέμου όσο πιο γρήγορα γίνεται».

Και παρακάτω στο ίδιο άρθρο:

«Η Ελλάδα δεν έχει κανέναν λόγο να εμπλακεί στον πόλεμο που διεξάγεται στην Ουκρανία, ούτε να ακολουθεί υπηρετικά ό,τι θέλουν και διατάσσουν οι ευρωατλαντικοί πάτρωνες και εμπρηστές του πολέμου. Ούτε έχει συμφέρον να θεωρήσει εχθρική χώρα τη Ρωσία και να προσφύγει στον φθηνό αντιρωσισμό αμερικάνικης κοπής. Έχει σαν χώρα ιδιαίτερα προβλήματα (εθνικά και κοινωνικά), και οφείλει να βρει τον δικό της δρόμο και τον δικό της βηματισμό, που να κατοχυρώνουν βαθμούς κυριαρχίας σε όλα τα επίπεδα – κι όχι να υποβιβάζεται σε μετανεωτερική νεοαποικία και σε πιθανό στόχο διαφόρων εμπόλεμων δυνάμεων ή επίδοξων επεκτατιστών και νταήδων στην περιοχή».

Δεύτερη επισήμανση: Είναι σαφέστατο πως ο κυρίαρχος πολιτικός κόσμος και οι οικονομικοί ολιγάρχες της χώρας έχουν έναν τελείως διαφορετικό προσανατολισμό, κληρονομημένο από το πλέγμα και καθεστώς της εξάρτησης της χώρας, και από τον ίδιο τον χαρακτήρα της αστικής τάξης στην Ελλάδα. Παραδείγματα: «Σωστή πλευρά της ιστορίας», «είμαστε ο πιο αξιόπιστος και προβλέψιμος σύμμαχος των ΗΠΑ» (Μητσοτάκης). «Από την Κέρκυρα μέχρι το Καστελόριζο και από την Κρήτη μέχρι τη Θράκη, σας παραδίδουμε την Ελλάδα σήμερα στα χέρια σας. Και είμαστε βέβαιοι ότι είναι σε καλά χέρια», Κώστας Τασούλας (νυν πρόεδρος Δημοκρατίας) προσφωνώντας τον κ. Μενέντες (ο οποίος λίγο αργότερα καταδικάστηκε 11 χρόνια φυλακή για δωροληψία στις ΗΠΑ). Και τόσα, τόσα άλλα δείγματα εθελοδουλίας, ΝΑΤΟφροσύνης. Για να μην αναφερθούμε στις υποκλίσεις του κ. Γεραπετρίτη προς τον Ερντογάν μέσα στο Μαξίμου. No problem για τις ελίτ. Μόνο που μετατρέπονται σε καρπαζοεισπράχτορα. Θα μιλήσουμε για αυτό παρακάτω.

Τρίτη επισήμανση: Είναι αλήθεια ότι δεν γίνεται σχεδόν κανένας λόγος για Ουδετερότητα της χώρας τόσο από πλευράς κομμάτων του πολιτικού συστήματος όσο και από την πλευρά κινημάτων-κινητοποιήσεων. Τα μεν κόμματα έχουν αποδεχθεί σε γενικές γραμμές το Δυτικό, ΝΑΤΟϊκό, πλαίσιο, κι έχουν επίσης αποδεχθεί στην πράξη την αύξουσα ισχύ της Τουρκίας στην περιοχή και την ανάγκη συνεργασίας μαζί της. Οι δε κινητοποιούμενοι άνθρωποι παραμένουν σε ένα γενικό πλαίσιο καταγγελίας του πολέμου, του καπιταλισμού, του εθνικισμού, του Ισραήλ κ.λπ., χωρίς να προχωρούν σε προβολή θέσεων, ενδιάμεσων βημάτων και στόχων που θα μπορούσαν να δημιουργήσουν προϋποθέσεις και συσχετισμούς για μια διαφορετική πορεία. Ή θα υπάρξει μια μεγάλη ανατροπή (όπως την φαντάζεται ο καθένας ή την προπαγανδίζουν οι πιο πονηροί, π.χ. το ΚΚΕ – χωρίς να τρομάζουν κανέναν, γιατί το έχουν πάρει όλοι είδηση ότι είναι σκέτα βεγγαλικά και ρητορική), ή τίποτα απολύτως. Η έκφραση «να κατακτήσουμε βαθμούς κυριαρχίας» ή ακόμα και το αίτημα της Ουδετερότητας, ίσως φαίνονται σαν «δεξιές παρεκκλίσεις»…

Η αλήθεια είναι ότι στη χώρα έχει εκδηλωθεί ένα σχετικά μικρό αντιπολεμικό κίνημα σε σχέση με άλλες χώρες, και αυτό ζητά μια εξήγηση. Οι μαξιμαλισμοί στις διακηρύξεις και η παντελής έλλειψη σύνδεσης αυτών των μεγάλων ζητημάτων, συνδυασμένα με την προσκόλληση του πολιτικού κόσμου στα ποσοστά και στις εκλογές, οδηγούν γρήγορα στην αποδυνάμωση της μαζικής λαϊκής πάλης γύρω από στόχους και δεν δημιουργούν σοβαρά εμπόδια στην αστική πολιτική γενικά. Δεν τέθηκε με σοβαρότητα το τι θα σήμαινε ένα μεγάλο μαζικό κίνημα ειρήνης στην Ελλάδα. Πολλές διαφορετικές συγκεντρώσεις, άλλες πρωτοβουλίες, μικροκομματισμοί, κατακερματισμοί κ.λπ. δημιουργούν όλους τους όρους για διασκορπισμό θέλησης, δυνάμεων, και κυρίως για την ανυπαρξία συγκεκριμένων και σωστά ιεραρχημένων στόχων.

Το βασικό είναι αν υπάρχει πολιτική βούληση και φορέας της πολιτικής βούλησης, δηλαδή Υποκείμενο σε όλες τις εκδιπλώσεις του: ηγεσία, Πολιτεία, κοινωνία

Η σημερινή κατάσταση

Μετά σχεδόν δυόμιση χρόνια πολέμου στην Ουκρανία και 600 ημερών πολέμου στη Μέση Ανατολή και γενοκτονίας στη Γάζα, έχουν συμβεί πολλά, έχουν γίνει πολλές ανατροπές, υπάρχουν πολλά νέα δεδομένα. Νέα δεδομένα επί του πεδίου του πολέμου· νέα δεδομένα στον διεθνή συσχετισμό δυνάμεων· νέα δεδομένα στο εσωτερικό της «σωστής πλευράς της Ιστορίας»: η Ρωσία κερδίζει στον πόλεμο της Ουκρανίας· η Συρία δεν υπάρχει όπως την ξέραμε και αναδιατάσσεται ο χάρτης της Μέσης Ανατολής· ο Τραμπ αλλάζει τη στρατηγική των ΗΠΑ δημιουργώντας νέες συμμαχίες και τακτικές· η Ευρώπη γίνεται πολιτική έδρα της παγκοσμιοποίησης και του «κόμματος του πολέμου» ενώ σπαράσσεται από τριγμούς και φυγόκεντρες τάσεις· οι BRICS συνεχίζουν να αμφισβητούν την κυριαρχία της Δύσης· η Τουρκία αναβαθμίζεται σε δύναμη πρώτης γραμμής με ενεργό ρόλο σε πολλά μέτωπα.

Όλα αυτά μέσα σε δύο πυκνά χρόνια. Ο χρόνος επιταχύνεται, τα γεγονότα έχουν έναν ρυθμό πολύ γρήγορο, τα θέατρα των αντιπαραθέσεων είναι πολλαπλά: πεδία πραγματικών μαχών και δοκιμασίες νέων τρόπων διεξαγωγής πολέμων· ψηφιακός μετασχηματισμός και εισβολή της Τεχνητής Νοημοσύνης σε πολλά πεδία· οικονομικός πόλεμος, με κορυφή του παγόβουνου τους δασμούς· ενέργεια, δρόμοι ενέργειας, αλυσίδες αξιοποίησης, χρηματιστήρια και απανωτά μπλακ άουτ· ανταγωνισμός στο διάστημα και στην κυβερνοασφάλεια. Ο ανταγωνισμός ανάμεσα στα μεγάλα και ενεργά κέντρα του σύγχρονου κόσμου τα συμπεριλαμβάνει όλα αυτά.

Και η νησίδα «Ελλάδα» μέσα σε όλα αυτά τι κάνει; Τι σχεδιάζει; Τι διαβάζει; Πώς υπάρχει; Οι άρχουσες ελίτ της χώρας έχουν μια γρήγορη απάντηση: Θα προσκολληθούμε περισσότερο σε ό,τι λέγεται και υπάρχει ως Δύση, και ιδιαίτερα σε κάποια μεγάλη δύναμη (προτιμητέες οι ΗΠΑ) και ό,τι βγει μέσα από την προσκόλληση και δια της προσκολλήσεως. Δεν υπάρχει άλλος δρόμος γι’ αυτές. Δια της προσκολλήσεως η διαιώνιση της ιδιοτέλειάς τους, χωρίς την παραμικρή σκέψη για τη συρρίκνωση και την καταβύθιση κοινωνίας και τόπου. Στο προηγούμενο φύλλο («Ρεαλπολιτίκ και φινλανδοποίηση: Η περίπτωση της Ελλάδας») είχαμε τονίσει ότι στις δυνάμεις που παρεμβαίνουν και στις οποίες προσκολλώμεθα (παραδοσιακά ευρωδυτικές) τώρα πρέπει να προστεθούν η Τουρκία και το Ισραήλ. Πολλαπλή προσκόλληση, πολλαπλή εξάρτηση, πολλαπλή πρόσδεση. Και για κατανάλωση προβολή ορισμένων «τριγωνικών συμμαχιών» π.χ. Ελλάδα-Αίγυπτος-Κύπρος ή Ελλάδα-Κύπρος-Ισραήλ κ.ο.κ. Χωρίς καμία περίσκεψη για το πού μπορεί να οδηγήσει αυτή η στάση.

Αποτελέσματα: υποτελής καρπαζοεισπράκτορας

Όταν αυτοδηλώνεσαι ως ο «πιο προβλέψιμος σύμμαχος», μην περιμένεις να σε πάρουν στα σοβαρά. Ιδιαίτερα όταν το ειδικό βάρος είναι αντιστρόφως ανάλογο με τις «περήφανες» διακηρύξεις…

  • Πρώτο λοιπόν αποτέλεσμα σε όλα τα μέτωπα του ορίζοντα είναι να μην υπολογίζεται η Ελλάδα σχεδόν καθόλου. Είναι εντελώς χαρακτηριστική η συμπεριφορά όλων (μέχρι και του Ράμα της Αλβανίας ή του Μίτσκοσκι της ΠΓΔΜ, «Βόρειας Μακεδονίας» μετά τη συμφωνία των Πρεσπών, η οποία ακόμα προκαλεί ρίγη περηφάνιας σε όλα τα θραύσματα που παλιού ΣΥΡΙΖΑ).
  • Ο Ερντογάν εγκαινιάζει δεύτερο Μέγαρο στα κατεχόμενα στην Κύπρο, έχει εξασφαλισμένο ότι τίποτα δεν πρόκειται να γίνει πέρα από τα 6 μίλια των χωρικών υδάτων της Ελλάδας, διεκδικεί άμεσα και νησιά του ανατολικού Αιγαίου, επιβάλλει την αποστρατιωτικοποίησή τους, αγοράζει γη και σπίτια σε ολόκληρη την Θράκη με προμετωπίδα βουλγαρικές εταιρείες, διεισδύει οικονομικά σε πολλούς επιχειρηματικούς τομείς στην Ελλάδα. Τώρα οι κυβερνήτες μας βλέπουν ολόκληρη την Ευρώπη να αποκτά ιδιαίτερη εταιρική στρατιωτική σχέση με την Τουρκία και να αδιαφορεί φανερά για τις γκρίνιες της Ελλάδας.
  • Σε λίγο αναμένεται η πρέσβειρα Κίμπερλι (Ιούλιο; Αύγουστο; αλήθεια, γιατί καθυστερεί;) και θα δούμε τι θα πει η φωνή του Τραμπ για την περιοχή μας… Ο Μητσοτάκης είναι κομμένος από τον Τραμπ, ψάχνει να πιάσει –μάταια μέχρι τώρα– επαφή με το περιβάλλον του, αλλά έχει εκτεθεί πολύ ως φιλοΜπάιντεν την προηγούμενη περίοδο.
  • Οι Ρώσοι βλέπουν ότι η Ελλάδα ακολουθεί πιστά μια αντιρωσική πολιτική στάση σε όλα τα πεδία, και δεν θα έχουν κανένα πρόβλημα να στείλουν ένα μήνυμα σε όλη τη Δύση προκαλώντας κάποιο «πρόβλημα» στις περιπολίες των εκ Ρουμανίας ορμώμενων ελληνικών F16 προς τους ουρανούς της Ουκρανίας. Βολικός στόχος για ευρύτερο μήνυμα. Παράλληλα όμως και έκθεση της χώρας σε τυχοδιωκτισμούς προς χάρη του πολέμου ενάντια στη Ρωσία.
  • Το Ισραήλ θεωρεί την Ελλάδα στρατηγικό του μετόπισθεν, και πολλές ισραηλινές εταιρείες έχουν επιδοθεί σε ένα ξέφρενο real estate σε πολλές περιοχές της Ελλάδας και της Κύπρου. Ακόμα και η Αίγυπτος προχώρησε στην κίνηση για τη Μονή του Σινά ξέροντας ότι δεν θα βρει καμιά σοβαρή αντίσταση. Η γενική υποβάθμιση της χώρας στον διεθνή περίγυρο και στην περιφέρειά μας είναι γεγονός ευδιάκριτο.

Δεδομένοι, προβλέψιμοι, φοβικοί, εθελόδουλοι: μας έχουν πάρει όλοι χαμπάρι. Η πολιτική του «κατευνασμού» έφτασε στο σημείο να βγει εγκύκλιος που ζητά να μην γίνουν εκδηλώσεις για την Άλωση της Κωνσταντινούπολης, μην τυχόν και θυμώσει ο Ερντογάν… Προχωρούν λοιπόν τους σχεδιασμούς τους μικροί και μεγάλοι χωρίς να μας υπολογίζουν, κι όλο κάτι παίρνουν ή κατορθώνουν. Το περιέγραψε παραστατικά ένας πρώην πρωθυπουργός και πρώην αρχηγός της Ν.Δ. (ο κ. Σαμαράς) μιλώντας για την εξωτερική πολιτική της χώρας: κυριαρχεί «το δόγμα του Yes Men», και του «ό,τι πείτε, παντού και με όλους». Ε, τι να κάνουν οι άλλοι όταν βλέπουν τέτοια large συμπεριφορά; Αρπάζουν όσα μπορούν, ρίχνουν και καμιά φάπα ή μια θωπεία…

Ανάγκη μιας άλλης πορείας

Ξαναφέρνουμε το ζήτημα της Ουδετερότητας και της κατάκτησης βαθμών κυριαρχίας της χώρας ως μιας πολιτικής ενεργητικού χαρακτήρα, κι όχι παθητικής αποδοχής κελευσμάτων ή προτροπών μεγάλων δυτικών και περιφερειακών δυνάμεων. Είναι αναγκαία μια ενεργητική πολιτική εθνικής κυριαρχίας και Ουδετερότητας της χώρας, μια προάσπιση της κυριαρχίας, άρα και άσκηση κυριαρχίας από την Πολιτεία, και μια ενεργητική πολιτική Ειρήνης για την περιοχή, την Ευρώπη, τη Ν.Α. Μεσόγειο. Ένα σχέδιο εθνικής κυριαρχίας στις σύγχρονες συνθήκες και μια στάση Ουδετερότητας δεν μπορούν να ενεργοποιηθούν χωρίς μια γενική αφύπνιση και ενεργοποίηση όλων των κοινωνικών και λαϊκών δυνάμεων του τόπου, χωρίς μια μεγάλη εθνική και κοινωνική συμμαχία που θα ξεπερνά την αγκύλωση και την υποδούλωση του πολιτικού συστήματος στις δομές της εξάρτησης και της υποτέλειας. Χωρίς μια κοινωνία και έναν λαό που να είναι ενημερωμένος, σύγχρονος, καταρτισμένος, ενεργητικός, πολιτικοποιημένος σε άλλη βάση από τη σημερινή σαπίλα που κυριαρχεί, δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί η πορεία της χώρας και της κοινωνίας προς μια μεγάλη συρρίκνωση και πολλαπλό κοινωνικό και χωρικό κατακερματισμό.

Δεν είμαστε Κασσάνδρες. Σκεπτόμαστε ρεαλιστικά, βλέπουμε την πορεία χωρίς πυξίδα, αισθανόμαστε τις απειλές, βιώνουμε το υπαρξιακό πρόβλημα της Ελλάδας. Προβληματιζόμαστε για το ποια μπορεί να είναι μια διέξοδος από την προδιαγεγραμμένη πορεία. Δεν αποδεχόμαστε το τετελεσμένο του «δεν υπάρχει άλλος δρόμος». Σήμερα μάλλον υπάρχουν χαραμάδες και δυνατότητες μιας διαφορετικής πορείας από αυτήν που γράφουν οι οδηγίες των φαρμάκων που μας συνταγογραφούν. Υπάρχει άλλος δρόμος, υπάρχουν άλλες δυνατότητες. Το αποδεικνύει η ίδια η πραγματικότητα άλλων χωρών: Τσεχία, Σλοβακία, Τουρκία, Ουγγαρία, Βραζιλία, Ουρουγουάη δείχνουν σε ορισμένες περιπτώσεις βαθμούς κυριαρχίας και ανεξαρτησίας από κέντρα και εντολές ισχυρών δυνάμεων. Υπάρχουν κι άλλα παραδείγματα: Σερβία ή Βουλγαρία, Ισπανία ή Πορτογαλία, που κρατούν διαφορετική στάση σε ζητήματα ή κατορθώνουν εξαιρέσεις από οδηγίες και ντιρεκτίβες.

Το βασικό λοιπόν δεν είναι αν υπάρχει άλλη δυνατότητα, άλλη στάση, διαφοροποίηση, βαθμοί κυριαρχίας κ.λπ. Το βασικό είναι αν υπάρχει πολιτική βούληση και φορέας της πολιτικής βούλησης, δηλαδή Υποκείμενο σε όλες τις εκδιπλώσεις του: ηγεσία, Πολιτεία, κοινωνία. Εκεί βρισκόμαστε ακόμα πολύ πίσω. Αυτό όμως δεν είναι δικαιολογία για να αδρανούμε…

Αιτήματα-Στόχοι

Πλήθος αιτημάτων μπορούν να προκύψουν. Ο κατάλογος θα ήταν μακρύς. Το «καμία εμπλοκή της Ελλάδας στους τωρινούς πολέμους» θα έπρεπε να οδηγήσει σε συγκεκριμένα αιτήματα και στόχους. Σκεφτείτε πάλι το σύνθημα στο πορτοκαλί πανό: «Ελευθερία – Ουδετερότητα – Δημοκρατία». Η ζωή των τελευταίων δύο χρόνων πρόσθεσε τα «Δικαιοσύνη – Τιμωρία – Οξυγόνο». Μπορούν να «παντρευτούν», να γίνουν μια σύνθεση, ένα άμεσο πρόγραμμα ενός ρεύματος μέσα στην κοινωνία, να γίνουν πολιτική βάση μιας τεράστιας δεξαμενής/χώρου/εγχειρήματος που να ασκεί πίεση και να αποτρέπει γεγονότα ή να ανοίγει δρόμους για άλλους συσχετισμούς.

Μια χώρα, άρα και μια κοινωνία, δεν μπορεί να υπάρχει μέσα σε ένα τέλμα. Μια μετανεωτερική αποικία, μια 52η πολιτεία των ΗΠΑ, μια περιφέρεια της Ε.Ε., ένα βιλαέτι της Τουρκίας, ένα υβρίδιο όλων αυτών με μερικά ισραηλινά «χωριά» στην επικράτειά μας (ίσως είναι αδόκιμη λέξη πλέον), όλα αυτά μπορούν να υπάρχουν μέσα σε ένα γενικευμένο τέλμα, μια μετάλλαξη ενός ιστορικού έθνους και ενός ιστορικού χώρου… Ναι, υπάρχει κι αυτή η εκδοχή σαν ενδεχόμενο, και μάλιστα πιθανό. Γιατί όμως δεν μπορούν να το παραδεχθούν ανοικτά και καθαρά όσοι το προετοιμάζουν; Μάλλον επειδή υπάρχουν αντισώματα, μάλλον επειδή αυτό κάπου «κολλάει». Εκεί λοιπόν που αυτό «κολλάει», εκεί που υπάρχουν αντισώματα, μπορεί να ευδοκιμήσει και να στερεωθεί ένας άλλος δρόμος, αντιθετικός. Ο οποίος από σήμερα έχει ανάγκη ψηγμάτων και στόχων (π.χ. σχέδιο εθνικής κυριαρχίας και κοινωνικής αλλαγής, ουδετερότητα της Ελλάδας στον πολυπολικό κόσμο κ.ο.κ.).
αναδημοσίευση από: edromos.gr
______________________________________________

(*) Ο Ρούντι Ρινάλντι είναι εκδότης του Δρόμου της ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ, συγγραφέας και αρθρογράφος - πολιτικός αναλυτής. Υπήρξε επικεφαλής της πολιτικής ομάδας και των εκδόσεων Α/συνέχεια, στη συνέχεια της Κομμουνιστικής Οργάνωσης Ελλάδας (ΚΟE) που συμμετείχε ως τάση στον Συνασπισμό της Ριζοσπαστικής Αριστεράς - ΣΥΡΙΖΑ. Διετέλεσε μέλος της ΚΕ της ΠΓ του ΣΥΡΙΖΑ, όργανα από τα οποία παραιτήθηκε τον Ιούλιο του 2015, διαφωνώντας με τις επιλογές της τότε ηγεσίας.

Συνομιλώντας με έναν νέο για τον πόλεμο, την ειρήνη, το μέλλον

     Οι νέοι πρέπει να ζήσουν, να δημιουργήσουν, να πολλαπλασιαστούν –σε συνθήκες ειρήνης– και να αποκτήσουν ένα νόημα· να συγκινηθούν από το ότι ζουν σε μια όμορφη χώρα, με πλούσιο πολιτισμό και με ιστορία αντίστασης και αγώνα.



Πριν δύο μέρες μου τέθηκαν δύο ερωτήματα από έναν νέο άνθρωπο 21 χρόνων. Ήταν δύο ερωτήματα που δεν απαντιούνται εύκολα, όπως όλα τα μεγάλα ερωτήματα της εποχής μας. Διότι, όπως φαίνεται, βρισκόμαστε σε ένα κρίσιμο μεταίχμιο της ανθρωπότητας. Από πολλές απόψεις διακυβεύονται πολλά, και μάλιστα σε περιοχές που η μέχρι τώρα ιστορία δεν είχε ανιχνεύσει. Επειδή η νέα εποχή έχει τυλίξει ολόκληρη την ανθρωπότητα –θα πρόσθετα και τη ζωή εν γένει– και διασυνδέει κάθε πόρο του βιοσυστήματος, δημιουργώντας μια αλληλεξάρτηση βαθιά και πολλαπλή. Γι’ αυτό σε μεγάλα σταυροδρόμια –και βρισκόμαστε σε ένα τέτοιο– οι εκδοχές, οι τάσεις, οι αντιθέσεις, οι συγκρούσεις δεν έχουν εκ των προτέρων διαφαινόμενο αποτέλεσμα. Η περίφημη «ετερογονία των σκοπών» κάνει τη δουλειά, και κανένας ντετερμινισμός (ειδικά ο οικονομικός και ο τεχνολογικός, που μαζί συγκροτούν ένα νέο κλουβί, κι όχι παράγοντα επίλυσης και διεξόδου) δεν μπορεί να προδιαγράψει το τι θα γίνει. Η ιστορία προχωρά ακατάπαυστα.

Το πρώτο ερώτημα: Θα γίνει παγκόσμιος πόλεμος;

Η ερώτηση ήλθε στη συζήτηση ως απόηχος των ειδήσεων των τελευταίων 24ώρων. Δηλαδή του διαγγέλματος Πούτιν ως απάντηση στην απόφαση της Δυτικής συμμαχίας να εγκρίνει τη χρήση όπλων μεγάλου βεληνεκούς για πλήγματα βαθιά στη Ρωσία από τις «ουκρανικές δυνάμεις»· και της συνέχειας, με τη δοκιμή ενός νέου ισχυρού βαλλιστικού πυραύλου και την προειδοποίηση ότι θα κτυπήσει κάθε δύναμη που συνδράμει στην επίθεση εναντίον της Ρωσίας. Την ίδια στιγμή, ο Ρώσος πρόεδρος προειδοποίησε τις μικρές χώρες που συντάσσονται με τη Δυτική συμμαχία και έχουν πολυπληθείς συγκεντρωμένους πληθυσμούς, ότι κινδυνεύουν σε περίπτωση που ο πόλεμος κλιμακωθεί. Ταυτόχρονα οι Άγγλοι δήλωσαν ότι είναι έτοιμοι να πολεμήσουν από το ίδιο βράδυ. Έγιναν επίσης δηλώσεις για αποθήκευση τροφίμων και χαπιών ιωδίου…

Το ερώτημα προήλθε από νέο άνθρωπο που ήξερε ότι υπάρχουν ήδη δύο πόλεμοι, στην Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή, αλλά διαισθάνθηκε ότι μάλλον μπαίνουμε σε μια νέα φάση κλιμάκωσης και κινδύνου. Δηλαδή γίνεται ολοένα και πιο εμφανής η παγκόσμια διάσταση της σύγκρουσης και των κινδύνων που αυτή εγκυμονεί. Ο πόλεμος, μέσα από τις παγκόσμιες διαστάσεις του, γίνεται ένα κεντρικό θέμα, αντιληπτό στη ζωή και την καθημερινότητα των πολιτών σε ολόκληρο τον κόσμο, περιλαμβανομένων των νέων ανθρώπων.

Για την απάντηση ενός τέτοιου ερωτήματος υπάρχουν ιστορικά και λογικά επιχειρήματα. Ιστορικά οι πόλεμοι ήταν αναπόφευκτοι, ιδιαίτερα σε περιόδους κρίσεων και όξυνσης των ανταγωνισμών ανάμεσα σε διάφορες δυνάμεις. Ποτέ μια επικρατούσα αυτοκρατορική δύναμη δεν παραιτούνταν ειρηνικά από την ηγεμονία της, και κάθε ανερχόμενη δύναμη άνοιγε δρόμο δια της πολιτικής και της ισχύος. Τα προβλήματα λύνονταν δια της ισχύος και του πολέμου.

Η επιλογή του πολέμου γίνεται από τη «συλλογική Δύση», που παρουσιάζεται και ως θεματοφύλακας της «σωστής πλευράς της Ιστορίας», και επιδιώκει δια των πολέμων να επιβραδύνει ή και να αντιστρέψει την ιστορική πορεία αποδρομής της Δύσης

Η τάση προς τον πόλεμο σήμερα

Σήμερα βρισκόμαστε στην κατάσταση όπου η κυρίαρχη για δεκαετίες (ή και αιώνες) ηγεμονία της Δύσης αντιμετωπίζει μια έντονη αμφισβήτηση –στο έδαφος του ίδιου του καπιταλιστικού συστήματος– από άλλα κέντρα, τα οποία ασφυκτιούν από τα δεσμά και τις περιφράξεις που έχει στήσει η Δυτική αυτοκρατορία με επικεφαλής τις ΗΠΑ. Η Κίνα και η Ρωσία, μαζί και η Ινδία, η Βραζιλία και άλλες χώρες, ηγούνται μιας κίνησης που τείνει να γίνει συμμαχία, η οποία αυτοαποκαλείται «παγκόσμιος Νότος» ή «παγκόσμια πλειοψηφία», και με προσεκτικό και μεθοδευμένο τρόπο προσπαθούν να τροποποιήσουν κανόνες και ρυθμίσεις της παγκόσμιας οικονομίας έτσι ώστε να ανταποκρίνονται στους νέους συσχετισμούς που έχουν δημιουργηθεί ή τείνουν να δημιουργηθούν.

Οι χώρες αυτές δεν κάνουν την επιλογή του πολέμου. Η επιλογή του πολέμου γίνεται από τη «συλλογική Δύση», που παρουσιάζεται και ως θεματοφύλακας της «σωστής πλευράς της Ιστορίας», και επιδιώκει δια των πολέμων, ή του σπονδυλωτού παγκόσμιου πολέμου, να επιβραδύνει ή και να αντιστρέψει την ιστορική πορεία αποδρομής της Δύσης στο παγκόσμιο σκηνικό.

Η τάση επομένως προς τον πόλεμο (με παγκόσμιες διαστάσεις) είναι υπαρκτή, και η απειλή της κλιμάκωσης και γενίκευσής του είναι μια από τις πιο ισχυρές εκδοχές των εξελίξεων. Ήδη δοκιμάζονται νέα οπλικά συστήματα και ο πόλεμος έχει πάρει νέα χαρακτηριστικά και μεθόδους.

Μέχρι τώρα και στις δύο μεγάλες διεθνείς συγκρούσεις, στην καρδιά της Ευρώπης και στη Μέση Ανατολή, υπήρξε μια προσπάθεια ελέγχου της κλιμάκωσης του πολέμου. Δεν χρησιμοποιήθηκε όλη η διαθέσιμη ισχύς. Οι συρράξεις αυτές μοιάζουν σαν προθάλαμος μιας πολύ μεγαλύτερης σύγκρουσης που είναι ιδιαίτερα πιθανή, και όλοι προετοιμάζονται γι’ αυτήν.

Υπάρχουν δυνάμεις που δεν θέλουν τον πόλεμο;

Τα ανερχόμενα κέντρα (Κίνα, Ινδία, Βραζιλία κ.λπ.) αλλά και οι άμεσοι στόχοι των Δυτικών (Ρωσία, Ιράν, Συρία, Βενεζουέλα κ.λπ.) θα ήθελαν να αποφύγουν τον πόλεμο, ή οδηγούνται σε αυτόν μόνο αφού περικυκλωθούν ή δεχθούν άμεση επίθεση. Οι εμπρηστές του πολέμου είναι χωρίς αμφιβολία οι ΗΠΑ, η Κομισιόν και ορισμένες ευρωπαϊκές δυνάμεις (Αγγλία, Γερμανία, Γαλλία, Πολωνία κ.λπ.) και φυσικά το Ισραήλ.

Οι λαοί σε όλες τις περιοχές του κόσμου δεν θα ήθελαν τον πόλεμο, ακόμα κι αν δεν υπάρχει ένα ανεπτυγμένο αντιπολεμικό φιλειρηνικό παγκόσμιο κίνημα. Ακόμα και στην Ευρώπη, όπου έχει καλλιεργηθεί πρώτα μια αντιρωσική υστερία και στη συνέχεια ένα κυνηγητό κάθε φωνής που καταδικάζει το Ισραήλ και τη γενοκτονία που αυτό υλοποιεί με πλήρη στήριξη της Δύσης, είναι φανερό πώς οι πολίτες, οι πληθυσμοί δεν θέλουν τον πόλεμο, ούτε την πολεμική οικονομία. Και στις ΗΠΑ το αποτέλεσμα των πρόσφατων εκλογών έχει κάποια σχέση με το ζήτημα. Όταν η ρητορική του Τραμπ ισχυρίζεται ότι θα σταματήσει τους εν εξελίξει πολέμους, δείχνει ότι και εκεί υπάρχει μια ανησυχία.

Παρ’ όλα αυτά, η φιλειρηνική διάθεση δεν μπορεί να αναιρέσει την τάση προς τον πόλεμο, κι ούτε είναι ακόμα σε θέση να παραλύσει τη μηχανή του πολέμου. Αυτή η διαπίστωση όμως δεν μειώνει σε τίποτα την ανάγκη να δημιουργηθεί ένα τεράστιο φιλειρηνικό αντιπολεμικό κίνημα, που θα θέσει ως στόχο να ματαιώσει τα σχέδια των εμπρηστών του πολέμου. Δεν είναι εύκολο, αλλά είναι αναγκαίο.

Οι νέοι πρέπει να ζήσουν, να δημιουργήσουν, να πολλαπλασιαστούν –σε συνθήκες ειρήνης– και να αποκτήσουν ένα νόημα· να συγκινηθούν από το ότι ζουν σε μια όμορφη χώρα, με πλούσιο πολιτισμό και με ιστορία αντίστασης και αγώνα.


Ο κίνδυνος του πυρηνικού ολέθρου

Ο πειρασμός δοκιμασίας νέων πυρηνικών κι άλλων έξυπνων όπλων στις συγκρούσεις που λαμβάνουν χώρα σήμερα, δημιουργούν τεράστιους και υπαρκτούς κινδύνους. Λέγεται ότι το πυρηνικό οπλοστάσιο είναι δύναμη αποτροπής του πολέμου ανάμεσα σε μεγάλες δυνάμεις, αφού γνωρίζουν ότι θα αλληλοεξουδετερωθούν και θα καταστραφεί ο πλανήτης. Την ίδια στιγμή, όλες οι (μεγάλες) δυνάμεις προετοιμάζονται να δυναμώσουν και να εκσυγχρονίσουν το πυρηνικό τους οπλοστάσιο, ενώ άλλες επιδιώκουν να αποκτήσουν την ατομική βόμβα.

Η πυρηνική ενέργεια βαφτίζεται «πράσινη ενέργεια», τα πυρηνικά εργοστάσια πολλαπλασιάζονται, τα πυρηνικά ατυχήματα είναι ήδη στην ημερήσια διάταξη (η Φουκουσίμα δεν απέχει πολύ χρονικά, και η Ζαπορίζια στην Ουκρανία ανά πάσα στιγμή μπορεί να εκραγεί, ενώ στην ιδιαίτερα σεισμογενή Τουρκία κτίζονται τρία εργοστάσια πυρηνικής ενέργειας).

Ο αγώνας για την ειρήνη επομένως παίρνει ιδιαίτερο περιεχόμενο, και αποτελεί ένα από τα κύρια μέτωπα για την επιβίωση της ανθρωπότητας.

Δύο ακόμα επισημάνσεις

Α) Ο Τραμπ με την πολιτική του θα θελήσει να κάνει την Αμερική τρανή ξανά. Θα θελήσει να αντιμετωπίσει την κρίση, και να προωθήσει την αναδιοργάνωση και ισχυροποίηση του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού. Δεν θα είναι ένας παράγοντας ειρήνης στον κόσμο. Για παράδειγμα, θα υποστηρίξει έντονα το Ισραήλ στον πόλεμο που διεξάγει, θα είναι ιδιαίτερα επιθετικός προς το Ιράν και την Κίνα, και βέβαια δεν μπορεί να αγνοήσει το στρατιωτικοβιομηχανικό σύμπλεγμα της χώρας του. Ακόμα κι ο Ούγγρος πρωθυπουργός Όρμπαν, που λογαριάζεται ως φίλος του Τραμπ, διαχώρισε τη θέση του από το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο και απέρριψε το ένταλμα σύλληψης των Νετανιάχου και Γκάλαντ για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Και βεβαίως μέχρι να αναλάβει πλήρως ο Τραμπ μπορεί να υπάρξουν πολλά τετελεσμένα στην τροχιά της κλιμάκωσης του πολέμου ή των πολέμων.

Β) Στην πρόσφατη σύνοδο του G20, την πρώτη που έγινε μετά την εκλογή του Τραμπ, παρουσιάστηκαν πολλές διαφωνίες, αλλά όλοι μιλούσαν μια ίδια τεχνοκρατική γλώσσα όσον αφορά τα μέσα και τα πεδία των ανταγωνισμών που υπάρχουν. Κανένας, μα κανένας, δεν μπόρεσε να αναφέρει τη λέξη καπιταλισμός. Δεν είναι τυχαίο. Όλοι μιλούσαν για πράσινη ανάπτυξη, για δίκαιη και βιώσιμη ανάπτυξη, για ψηφιοποίηση και νέους κανόνες διεθνούς εμπορίου, για νέα «παγκόσμια πλειοψηφία» που θα κτίσει τους δικούς θεσμούς συνεργασίας χωρίς να αμφισβητήσει τις υπάρχουσες μορφές παγκόσμιας διακυβέρνησης (ΔΝΤ, ΟΗΕ, ΠΟΕ κ.λπ.). Το πιο προωθημένο που ακούγεται είναι η καταδίκη του νεοαποικιακού πνεύματος ή τα επακόλουθα της αποικιοκρατίας. Ο παγκόσμιος Νότος εμφανίζεται να επιδιώκει ειρηνική παγκοσμιοποίηση, παγκόσμιο εμπόριο χωρίς δασμούς, με πολυμέρεια και πράσινη ανάπτυξη. Μια εκδοχή ενός φιλεύσπλαχνου, γνωστικού καπιταλισμού που θα διευθύνεται από φιλοσοφημένους, πράους ηγέτες για το καλό όλων. Ούτε ταξικές αντιθέσεις, ούτε νόμος της αξίας, ούτε καπιταλισμός και ανάγκη μετάβασης σε έναν μετακαπιταλιστικό κόσμο. Αυτά είναι ντεμοντέ… Οι ηγέτες των πιο ανεπτυγμένων και ισχυρών χωρών του πλανήτη συνομιλούν σαν να μην υπάρχει ο πόλεμος και η σύγκρουση. Ομιλούν σαν να μπορούν να διευθύνουν αρμονικά την ανάπτυξη ή την κρίση του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος, να τιθασεύσουν αντιθέσεις και συγκρούσεις, να ορίζουν την ένταση των προστριβών, να αποτρέψουν κλιμάκωση της παγκόσμιας σύγκρουσης, να ρίξουν τις ευθύνες στους αντιπάλους τους…

Ερώτημα δεύτερο και πιο δύσκολο: Τι θα έκανες αν ήσουν 20 χρονών;

Η αλήθεια είναι ότι δεν μπορώ να απαντήσω. Όχι μόνο επειδή δεν είμαι 20 χρονών, αλλά κυρίως επειδή διαισθάνομαι ότι οι επόμενες δεκαετίες θα είναι ιδιαίτερα ταραγμένες. Ακόμα, επειδή βρισκόμαστε σε μια μικρή χώρα, σε ειδική θέση, και μάλιστα στη λάθος πλευρά της Ιστορίας: σε συμμαχία με τους εμπρηστές του πολέμου. Επιπλέον, επειδή μια διαδικασία αποσύμπλεξης από τα δεσμά της Δύσης και του ΝΑΤΟ απαιτεί θέληση, σχέδιο, φρόνημα, ηγεσία και δυνατότητες που δεν φαίνεται να υπάρχουν. Κι επίσης επειδή οι νέοι πρέπει να ζήσουν, να δημιουργήσουν, να πολλαπλασιαστούν –σε συνθήκες ειρήνης– και να αποκτήσουν ένα νόημα· να συγκινηθούν από το ότι ζουν σε μια όμορφη χώρα, με πλούσιο πολιτισμό και με ιστορία αντίστασης και αγώνα. Τέλος, επειδή τους παραδίδουμε μια χώρα χωρίς μέλλον και με φραγμένες τις δυνατότητες εξέλιξής τους. Νοιώθουμε ένοχοι ξέροντας ότι αυτό που θα ζήσουν τα παιδιά μας θα είναι χειρότερο από αυτό που ζήσαμε εμείς.

Δεν μπορώ να απαντήσω στο ερώτημα κι επειδή ίσως είμαι εκτός εποχής. Με την εξής έννοια: Βρήκα τον δρόμο μου στα 18-20 χρόνια μέσα σε μεγάλα ρεύματα ιδεών, οραμάτων, κινημάτων. Σήμερα δεν υπάρχει κάτι τέτοιο, λείπουν μεγάλα οράματα, ιδέες, κινήματα με δύναμη σε παγκόσμια κλίμακα. Τι κυοφορεί η εποχή μας για τους νέους; Τι τους συγκινεί; Τι θα ήθελαν να κάνουν; Πόσο τους ακούμε; Και τι τους επιτρέπεται, τι δυνατότητα έχουν να κάνουν αυτό που θέλουν; Πόση επίγνωση έχουν της ματαίωσης προσδοκιών, της ακύρωσής τους, της χαμοζωής που τους περιμένει; Είναι πρόταση το να μας αντιγράψουν; Δεν νομίζω. Καλύτερα να βρουν τον δρόμο τους.

Πάρτε τις λέξεις και ανακατέψτε τις: πανδημία, ψηφιοποίηση, πόλεμος, Τέμπη, πολιτική, μέλλον, Ελλάδα ή εξωτερικό, εμείς ή εγώ, παρόν, σπίτι, εργασία, νόημα, επαφή, έρωτας, οικογένεια, διακοπές, ταξίδια, μουσική, έκφραση, αλληλεγγύη, δημοκρατία, φασισμός, ρατσισμός, ταυτότητα. Ξαναανακατέψτε, και μοιράστε ξανά…

Τι θα κάνατε αν ήσασταν 20 χρονών; Τι θα λέγατε σε έναν 20χρονο;

Στη πρόσφατη σύνοδο του G20 στο Ρίο ντε Τζανέιρο, ο πρωθυπουργός του Βιετνάμ αναφέρθηκε σε μια λαϊκή παροιμία: «Δεν κληρονομούμε τη Γη από τους προγόνους μας. Τη δανειζόμαστε από τις μελλοντικές γενιές».

Ο Δημήτρης Γληνός είχε κάνει λόγο για το «σπέρμα της ζωής», τονίζοντας ότι εκεί βρίσκεται το δίκαιο και το κριτήριο της αλήθειας. Ποιες κοινωνικές δυνάμεις, ποιες ιδέες κουβαλούν το «σπέρμα της ζωής»; Αυτό θα μπορούσα να ψελλίσω ως απάντηση σε έναν νέο άνθρωπο 20 χρόνων: Να ζήσει στα γεμάτα, να ακολουθήσει όπως μπορεί και όπως νομίζει το «σπέρμα της ζωής», να στέκεται όρθιος μαζί με άλλους, να νοιώθει τμήμα και μέρος ενός τόπου και ενός λαού, να βλέπει την ανθρωπότητα και τη ζωή σαν κάτι ιδιαίτερα πολύτιμο μέσα στην ποικιλομορφία που έχει. Να μην αφήσει ελεύθερο πεδίο στην ισοπέδωση και τον αγριανθρωπισμό. Να θέτουν οι νέοι συνεχώς ερωτήματα, να ρωτούν «γιατί» για κάθε πράγμα, να μην αποθαρρύνονται, να μην τα παρατάνε.

Την επόμενη μέρα της συζήτησης

Μια μέρα μετά τη συζήτηση (που είχε γίνει διαδικτυακά με τον νέο άνθρωπο) με βρήκε μια έκπληξη. Μου έστειλε μια ανάρτηση από το τικ-τοκ. Η ανάρτηση έλεγε: «Κάθε 6 μέρες μια χώρα γιορτάζει την ανεξαρτησία της από τη Μεγάλη Βρετανία. Είναι η πιο συχνή γιορτή σε όλο τον κόσμο». Από κάτω είχε έναν παγκόσμιο χάρτη με σημαιούλες στα διάφορα μέρη που ανεξαρτητοποιήθηκαν από τη βρετανική αυτοκρατορία. «Τι λες, ισχύει;», με ρωτάει. Του απαντώ: «Διαίρεσε το 365 δια του 6· μέτρα τις σημαίες του χάρτη· αν είναι ίδιος ο αριθμός με το πηλίκο, τότε ισχύει». «Είναι ίδιο» μου λέει, «ισχύει η είδηση».

Μετά απ’ αυτό είχα λιγότερο άγχος για τα ερωτήματα, αισθανόμουν καλύτερα
πηγή: edromos.gr
______________________________________________

(*) Ο Ρούντι Ρινάλντι είναι εκδότης του Δρόμου της ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ, συγγραφέας και αρθρογράφος - πολιτικός αναλυτής. Υπήρξε επικεφαλής της πολιτικής ομάδας και των εκδόσεων Α/συνέχεια, στη συνέχεια της Κομμουνιστικής Οργάνωσης Ελλάδας (ΚΟE) που συμμετείχε ως τάση στον Συνασπισμό της Ριζοσπαστικής Αριστεράς - ΣΥΡΙΖΑ. Διετέλεσε μέλος της ΚΕ της ΠΓ του ΣΥΡΙΖΑ, όργανα από τα οποία παραιτήθηκε τον Ιούλιο του 2015, διαφωνώντας με τις επιλογές της τότε ηγεσίας.
© all rights reserved
customized with από: antikry.gr